Κυριακή, 7 Μαρτίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΔΕΛΦΙΚΟΣ GEORGE CRAM COOK

 

Πρίν απο εκατό χρόνια ένας διανοούμενος, συγγραφέας, ποιητής απο την άλλη άκρη του Ατλαντικού αποφάσισε να εγκατασταθεί στους Δελφούς και να δημιουργήσει εμπνεόμενος απο τον τόπο και το πολιτιστικό του υπόβαθρο.

Αν και το τέλος της ζωής του τον πρόλαβε, το στίγμα που άφησε ήταν τόσο έντονο ώστε να μην μπορούμε να το παραβλέψουμε έναν αιώνα αργότερα.

 Το κείμενο αποτελεί τμήμα πρωτότυπης μελέτης του καθηγητή Σταύρου Τσιτσιρίδη που παρουσιάστηκε σε μια αρχική της μορφή σε ημερίδα του Ευρωπαϊκου Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών με θέμα "Δελφικές Γιορτές και αρχαίο δράμα" τον Ιούλιο του 2017.

Για το πως εμπλέκεται ο συγκεκριμένος στις Δελφικές Γιορτές των Σικελιανών θα το διαβάσετε στην συνέχεια.


 GEORGE CRAM COOK

Ο George (γνωστός με το χαϊδευτικό “Jig”) Cram Cook γεννήθηκε το 1873 στο Davenport της Iowa. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Iowa και στο Harvard, ενώ το 1894 συνέχισε για μικρό διάστημα τις σπουδές του σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια (Χαϊδελβέργη, Γενεύη, Φλωρεντία). Κατόπιν δίδαξε αγγλική λογοτεχνία για δυο χρόνια (1896–1898) στο Πανεπιστήμιο της Iowa, αλλά εγκατέλειψε την καριέρα του για να καταταγεί στο στρατό κατά τον Ισπανο-αμερικανικό πόλεμο και στη συνέχεια να αφιερωθεί στη συγγραφή.

Το ακαδημαϊκό έτος 1902/1903 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Stanford, ωστόσο κατόπιν εγκατέλειψε οριστικά την ακαδημαϊκή καριέρα για να ασχοληθεί με τη γεωργία και την τέχνη. Το 1903 δημοσιεύτηκε το πρώτο του έργο, ένα “λαϊκό μυθιστόρημα” χωρίς σπουδαίες αξιώσεις με τον τίτλο Roderick Taliaferro: A Story of Maximilian’s Empire. Οι ιδεολογικές του απόψεις γνώρισαν μεγάλες αλλαγές: από οπαδός του νιτσεϊκού ιδεαλισμού μετεξελίχθηκε σε οπαδό του αναρχισμού και του Κροπότκιν και κατέληξε (από το 1911 και εξής, υπό την επίδραση του φίλου του Floyd Dell) οπαδός των σοσιαλιστικών ιδεών, χωρίς ωστόσο ποτέ να πάψει να γοητεύεται από τον Νίτσε.

Όλες αυτές του οι ιδέες αποτυπώνονται έντονα στο δεύτερό του μυθιστόρημα, The Chasm, που κυκλοφόρησε το 1911. Από το 1911 και για τα λίγα επόμενα χρόνια υπήρξε συνεργάτης του φιλολογικού παραρτήματος της γνωστής εφημερίδας Chicago Evening Post. Το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ζωής του Κουκ συνδέεται ωστόσο με το θέατρο, καθώς από το 1915 έως τις αρχές της Άνοιξης του 1922 υπήρξε ιθύνων νους, spiritus rector, μαζί με τη σύζυγό του, γνωστή και καταξιωμένη συγγραφέα Susan Glaspell, των Provincetown Players, ενός πολύ σημαντικού πρωτοποριακού θεάτρου που δημιουργήθηκε από μποέμ συγγραφείς, δημοσιογράφους και καλλιτέχνες στην παραθεριστική πολίχνη του Provincetown στη Μασαχουσέτη και λίγο αργότερα, το 1916, μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη.

Στους Provincetown Players συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο John Reed (γνωστός διεθνώς από το βιβλίο του Δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον Κόσμο), η Louise Bryant, ο Marsden Hartley, ο William και η Marguerite Zorach, ο Harry Kemp, ο Norman Hapgood, ο Floyd Dell, και ο πολύς Eugene O’Neill, ο οποίος έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του στο θέατρο. Ο Κουκ όχι μόνον ήταν πρωτεργάτης, με μια σπάνια ικανότητα να εμπνέει, να πείθει και να κινητοποιεί, αλλά, όπως και τα υπόλοιπα μέλη, συμμετείχε σε όλες τις εργασίες: βοηθούσε στα σκηνικά, έπαιζε, σκηνοθετούσε και έγραφε έργα είτε σε συνεργασία με την Glaspell είτε μόνος του.

Οι βασικές αρχές που ενέπνεαν τους Provincetown Players ήταν το κοινοτικό πνεύμα, ο αυθορμητισμός και η αντίθεση σε κάθε έννοια επαγγελματισμού. Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς με συντομία την ιστορική σημασία της ομάδας αυτής, που έμοιαζε σε πολλά με τον “κύκλο του Bloomsbury” στην Αγγλία. Πάντως υπήρξε ένα από τα πιο τολμηρά και γόνιμα εγχειρήματα στην ιστορία του αμερικανικού θεάτρου, καθώς εστίασε στην εθνική κουλτούρα και ανανέωσε το αμερικανικό θέατρο σε πολλούς τομείς: γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν, μεταξύ άλλων, πολλά έργα, εμφανίστηκαν νέοι συγγραφείς, σκηνοθέτες και σκηνογράφοι, νέα είδη αναπτύχθηκαν, υπήρξε έντονος πειραματισμός, το υποκριτικό ύφος ανανεώθηκε, νέες μέθοδοι ως προς την παραγωγή χρησιμοποιήθηκαν, οι θεατές έλαβαν πιο ενεργό μέρος στη δημιουργική διαδικασία.

Ωστόσο ο ίδιος ο Κουκ γνώρισε μεγάλη απογοήτευση, όταν οι Provincetown Players με τον O’Neill εντάχθηκαν στο Broadway και γνώρισαν εμπορική επιτυχία. Απογοητευμένος από την εμπορευματοποίηση των πάντων, ο “συναισθηματικός ιδεαλιστής” Κουκ εγκατέλειψε μαζί με την Glaspell την Αμερική και, πραγματοποιώντας το νεανικό του όνειρο, ήλθε τον Μάρτιο του 1922 στην Ελλάδα, “γυρεύοντας να βρει πατρίδα πνευματική”, όπως έγραψε αργότερα ο Βενέζης.

                                  Φωτογραφία στο διαβατήριο του Cook την χρονιά που ταξίδεψε στους Δελφούς

Ο προορισμός του εξ αρχής ήταν οι Δελφοί, όπου και εγκαταστάθηκε. Γρήγορα έγινε πρόσωπο πολύ γνωστό και δημοφιλές στους κατοίκους της γύρω περιοχής. Είχε πολύ καλές σχέσεις με τους ντόπιους, ενστερνίστηκε τον τρόπο ζωής τους και μοιραζόταν μαζί τους πολλές καθημερινές δραστηριότητες (ιδίως αυτήν της οινοποσίας στο καπηλειό). Εννοείται ότι ήταν εξαιρετικά αγαπητός από όλους. Το Δεκέμβριο του 1923 μάλιστα οι κάτοικοι των Δελφών του ζήτησαν να είναι υποψήφιος Πρόεδρος της Κοινότητας στις επικείμενες εκλογές. Ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στη σύζυγό του ότι σκεφτόταν το ενδεχόμενο να μείνουν αρκετά χρόνια ακόμη στην Ελλάδα και να είναι όντως υποψήφιος, εφόσον βέβαια οι κάτοικοι δέχονταν το πολιτικό του πρόγραμμα: “περισσότερα και καλύτερα θεατρικά έργα στους Δελφούς”.

Δυστυχώς τον πρόλαβε ο θάνατος. Πέθανε μάλλον αιφνιδιαστικά, ύστερα από σύντομη, αδιευκρίνιστη ασθένεια στις 10 Ιανουαρίου 1924. Κηδεύτηκε με όλα τα έθιμα του τόπου και τάφηκε στο κοιμητήριο του Προφήτη Ηλία στους Δελφούς. Επιπλέον όμως του αποδόθηκε και μια εξαιρετικά σπάνια τιμή: σε μια πράξη αναγνώρισης και ύστερα από αίτημα, όπως γράφει η Glaspell, “των ποιητών της Ελλάδας” (“of poets of Greece”), η ελληνική Πολιτεία επέτρεψε να μεταφερθεί μια πεσμένη λίθινη πλάκα από τον ναό του Απόλλωνα και να τοποθετηθεί στο μνήμα του. Φαίνεται επίσης ότι στη μνήμη του αποφασίστηκε να αφιερωθούν τα Πύθια, που θα αναβίωναν στο στάδιο των Δελφών το μεθεπόμενο έτος.

Η μορφή του έγινε θρύλος στον Παρνασσό και στη συνέχεια πέρασε στα τραγούδια των κατοίκων. Όλα αυτά τα περιγράφει αναλυτικά και με γλαφυρό τρόπο η Glaspell τόσο στο κείμενό της στη μεταθανάτια έκδοση των ποιημάτων του Κουκ, δημοσιευμένη το 1925 με τον τίτλο Greek Coins, όπως επίσης στο βιβλίο της The Road to the Temple το 1926, και δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε τα γραφόμενά της.

 
Το εξώφυλλο της βιογραφίας του Cook

 

Η παρουσία και μόνον ενός τέτοιου ανθρώπου στους Δελφούς λίγο πριν από τις Δελφικές Εορτές παρουσιάζει, θα έλεγα, αυτονόητο ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο που οι προθέσεις του να ασχοληθεί και στην Ελλάδα με το “θέατρο τέχνης” ήταν από την αρχή σαφείς. Με αφορμή την επίσκεψή του στο θέατρο του Διονύσου, όταν έφτασε στην Αθήνα, έγραφε στον φίλο του Bill Rapp:

Εάν υπάρχει εδώ κάτι που θέλει να κινηθεί, μπορώ να δώσω στην Ελλάδα ένα ‘κίνημα μικρού θεάτρου’ —μάλλον καλύτερα ένα κίνημα ‘θεάτρου τέχνης’ [art-theatre]. Αυτό που θα έκανε κανείς στο θέατρο του Διονύσου δεν θα μπορούσε να είναι ‘μικρό’.”

Το ενδιαφέρον γίνεται όμως ακόμη μεγαλύτερο, όταν πληροφορούμαστε ότι ο Κουκ άρχισε με κέντρο του Δελφούς να αναπτύσσει δραστηριότητα γύρω από το θέατρο. Η Αμερικανίδα αρχαιολόγος Dorothy Burr Thompson, που τον είχε συναντήσει, αναφέρει δυο φορές στο (αδημοσίευτο) ημερολόγιό της ότι έγραφε τέσσερα έργα που αναφέρονταν στη νεότερη Ελλάδα.

Ο Λάμπρος Παραράς αναφέρει επίσης ότι ο Κουκ επιθυμούσε το (πρωτοπαιγμένο το 1918 στην Νέα Υόρκη) έργο του “The Athenian Women” (“Οι Αθηναίες”) να παρασταθεί από τη φοιτητική “Συντροφιά”, στην οποία ήταν μέλος ο Παραράς, στο θέατρο των Δελφών. Αυτές όμως είναι κάπως ασαφείς ειδήσεις, που δεν βοηθούν πολύ να καταλάβουμε τι ακριβώς σκόπευε να κάμει ούτε και σε ποιο βαθμό είχε προχωρήσει η υλοποίηση των σχεδίων του. Αντίθετα, απολύτως σαφή είναι τα πράγματα με τα όσα αναφέρει η Glaspell για την ‘τριλογία’ που σκόπευε να ανεβάσει ο Κουκ στους Δελφούς.

Δεν υπήρχε μόνο η ιδέα, αλλά είχε προχωρήσει ίσως και η συγγραφή, εν μέρει και ο πρακτικός προγραμματισμός. Είχε εξετάσει το αρχαίο θέατρο ως σκηνικό χώρο και είχε αρχίσει πλέον να γράφει το έργο. Το καλοκαίρι του 1923 στα ορεινά Καλάνια του Παρνασσού, όπου είχαν ανέβει οικογενειακώς μαζί με τους βοσκούς, ο Κουκ ασχολιόταν με τη συγγραφή. Το Φθινόπωρο του 1923 τον επισκέφθηκε ειδικά για πληροφορίες σε σχέση με το σχέδιο του αυτό ένας ρεπόρτερ από την εφημερίδα Philadelphia Enquirer, καθώς και ένας εθελοντής από την Αθήνα, που παραιτήθηκε από τη δουλειά του για να εργαστεί εθελοντικά ως business manager στο εγχείρημα.

Το πιο ενδιαφέρον ωστόσο είναι το ίδιο το έργο που σκόπευε να ανεβάσει ο Κουκ. Όπως γράφει η Glaspell στη βιογραφία της (σ. 302 κ.ε.), ο Κουκ παρουσίασε για πρώτη φορά την ιδέα του, όταν μια μέρα είδε τον βοσκό Ανδρέα Σκαρμούτσο να κρατά ένα αρνί στον ώμο του. Επρόκειτο για ένα έργο σε τρία μέρη ή, μάλλον, για μια τριλογία. Το πρώτο μέρος θα παρουσίαζε μια σύγχρονη εκδοχή της ιστορίας του Κάιν και του Άβελ. Τα ονόματα θα ήταν διαφορετικά: ο Κάιν θα ονομαζόταν Σα και ο Άβελ Αζ. Ο Σα θα ήταν γεωργός, όπως Κάιν, ο Αζ βοσκός, όπως ο Άβελ. Ο δραματικός τόπος θα ήταν η πλαγιά που θα χτίζονταν αργότερα οι Δελφοί και δραματικός χρόνος μια χιλιετία πριν από τον Όμηρο.

Με αφορμή τη θυσία ενός αρνιού ξεσπάει διαμάχη ανάμεσα στα αδέλφια. Ο Σα/Κάιν διαφωνεί με την αιματηρή θυσία και στη συνέχεια παίρνει από το αλώνι το στάρι και τoυς άλλους καρπούς που είχε προσφέρει. Ο Θεός εκφράζει την οργή του συμβολικά με αστραπή και βροντή. Ο Αζ/Άβελ λέει ότι όλα, φαγητό, ρούχα, παπούτσια προέρχονται από τα πρόβατα, ο Σα/Κάιν θυμίζει ότι έφτιαξε τη μόνιμη κατοικία, εξημέρωσε τον τόπο, βρήκε το ψωμί. Πάνω στη διαμάχη ο Σα σκοτώνει με το δρεπάνι τον αδελφό του και ο πατέρας του τον καταριέται.

Στο δεύτερο μέρος το έργο θα εκτυλισσόταν στην κλασική περίοδο των Αθηνών, ενώ στη θέση του βωμού με το πρόβατο και το στάρι θα υπήρχε το μαντείο του Απόλλωνα. Ο Αλκιβιάδης και ο Σωκράτης, η μοίρα των οποίων ταυτίζεται με το μέλλον του πολιτισμού, ζητούν χρησμό από την Πυθία.

Το τρίτο μέρος του έργου θα εκτυλισσόταν στον ίδιο τόπο το 1893, δηλαδή ένα έτος αφότου άρχισε από τους Γάλλους η “Grande Fοuille”, η “Μεγάλη ανασκαφή” στους Δελφούς, και ενόσω ακόμη το χωριό βρισκόταν κτισμένο πάνω από τον αρχαίο τόπο. Η πέτρα της Σίβυλλας — ο “βωμός” του πρώτου μέρους — καθώς και το “αλώνι” είχαν ανασκαφεί, η Ιερά οδός ήταν όμως ακόμη καλυμμένη από χώμα και πάνω της χόρευαν οι χωρικοί που γλεντούσαν μπροστά σε ένα καφενείο.

Ενώ οι αρχαιολόγοι και οι εργάτες κατεδαφίζουν τα νέα σπίτια για να βρουν τον ναό, “δυο επισκέπτες, σύγχρονοι φιλόσοφοι όπως καλή ώρα ο Nietzsche και ο William James, συνομιλούν για τη ζωή”. “There is here a scene of noble drama, not unworthy of the drama conceived in Greece when men were building temples”, διαβάζουμε στην Glaspell. Στο έργο θα έπαιζαν κάτοικοι της περιοχής, σύμφωνα με την άποψη του Κουκ που είχε ακολουθήσει και στο Provincetown. Άλλωστε για το πρώτο μέρος, με το βιβλικό υπόβαθρο, αφορμή είχε σταθεί η αντιπαράθεση μεταξύ “ορεινών” και “πεδινών” στη γύρω από τους Δελφούς περιοχή. Ανάμεσα στα μέρη της τριλογίας θα υπήρχε μουσική και όρχηση.

Όμως τι θα ήταν ένα τέτοιο έργο, το οποίο θα είχε τρία τόσο διαφορετικά μέρη και θα παιζόταν μόνο από ερασιτέχνες; Την απάντηση τη βρίσκουμε στα λόγια του ίδιου του Κουκ, όπως τα καταγράφει η Glaspell στο βιβλίο της (σ. 312): “It could be another Ober-Ammergau! And straight from the people.” Το Oberammergau είναι μια μικρή πόλη στη Βαυαρία, η οποία είναι διάσημη για την Αναπαράσταση των Παθών (Passionsspiel) που παρουσιάζουν οι κάτοικοί της από το 1634 κάθε δέκα χρόνια. Και το θρησκευτικό αυτό δράμα είναι διαρθρωμένο επίσης σε τρία μέρη (Είσοδος στην Ιερουσαλήμ, Σταύρωση, Ανάσταση). Ο Κουκ ήθελε συνεπώς υπό μία έννοια να επαναλάβει στους Δελφούς το πρωτοποριακό πείραμα του Provincetown και να παρουσιάσει μια παγανιστική “Αναπαράσταση των Παθών”. Το τελευταίο δεν διστάζει άλλωστε να το δηλώσει επιγραμματικά η Glaspell παρεμπιπτόντως λίγο παρακάτω στο βιβλίο της: “The Pagan Passion-Play” (326). Η προσπάθειά του αυτή ήταν αξεδιάλυτα ενωμένη με τη γενικότερη αντίληψή του για το θέατρο, όπως την είχε διατυπώσει στη Glaspell, που με τη σειρά της την παραθέτει με τα ίδια του τα λόγια στο βιβλίο της:

Δεν μπορεί να δημιουργήσει κανείς δράμα. Το γνήσιο δράμα γεννιέται από ένα αίσθημα που κινεί όλα τα μέλη μιας φυλής —ένα πνεύμα που το μοιράζονται όλοι και εκφράζεται από τους λίγους για όλους. Εάν δεν υπάρχει τίποτε για να καταλάβει τη θέση του κοινού θρησκευτικού σκοπού και πάθους της πρωτόγονης ομάδας, από όπου γεννήθηκε ο διονυσιακός χορός, κανένα σφριγηλό δράμα δεν μπορεί να δημιουργηθεί σε κανέναν άνθρωπο.”

Την άποψη αυτή την είχε διατυπώσει ο Κουκ με αφορμή την πρόσφατη επιστροφή του John Reed από το Μεξικό. Εκεί ο Reed είχε παρακολουθήσει ένα μεσαιωνικό “μυστήριο”, που διατηρούνταν μεταξύ των κατοίκων ενός χωριού σε αδιάσπαστη παράδοση, “όπως διατηρούνταν τα έπη του Ομήρου για κάποιους αιώνες στα ιωνικά χωριά της Μικράς Ασίας”. Βλέπει, νομίζω, κανείς και στη θεωρητική αυτή άποψη του Κουκ την επίδραση της νιτσεϊκής αντίληψης για το διονυσιακό, άλογο στοιχείο στη βάση του τραγικού θεάτρου. Από την άλλη, ως προς το περιεχόμενο το έργο θα μπορούσε να θεωρηθεί “θέατρο ιδεών”, μια τάση στη δραματουργία που γνώριζε ευρύτερη διάδοση στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα. 

                                                       Στο καπηλιό με τους ντόπιους φίλους του
    

Πόσο είχε προχωρήσει το σχέδιο του Κουκ δεν το γνωρίζουμε. Όταν όμως πέθανε, ένα δημοσίευμα του Ελευθέρου Βήματος στις 16 Ιανουαρίου του 1924 πληροφορούσε ότι “ σ υ ν έ γ ρ α ψ ε δράμα με θέμα αναφερόμενον εις τας πρώτας ημέρας της δημιουργίας του κόσμου, το οποίον θα εδιδάσκετο εις το εν Δελφοίς μαντείον του Απόλλωνος, κατά το πρότυπον των εν Ομπεραμεργκάου της Βαυαρίας κατ’ έτος παιζομένων δραμάτων των παθών του Χριστού”.

Οι πληροφορίες που δίνονται στο δημοσίευμα αυτό για τον χαρακτήρα του έργου, τον χώρο που θα παιζόταν (“μαντείον του Απόλλωνος”) και για το Oberammergau είναι λίγο πολύ ανακριβείς, έτσι που μάλλον ούτε το ρήμα “συνέγραψε” πρέπει να το πάρουμε τοις μετρητοίς. Λίγες μέρες ωστόσο αργότερα, στις 20 Ιανουαρίου, το Ελεύθερον Βήμα φιλοξενεί στην πρώτη σελίδα κείμενο του ποιητή Λέανδρου Παλαμά (γιου του Κωστή Παλαμά) με τον τίτλο “Γεώργιος Κραμ Κουκ” και φωτογραφία του Αμερικανού με τοπική φορεσιά πάνω στον Παρνασσό.

Ανάμεσα στα άλλα ο Παλαμάς γράφει για τον Κουκ ότι κατά την εδώ παραμονή του, “περιπλανώμενος σε βουνά και σε ακρογιάλια, μ ε λ ε τ ο ύ σ ε  ε π ί μ ο ν α ένα κοσμογονικό του έργο που θ ’ α π λ ω ν ό τ α ν σε πολλές χιλιάδες χρόνια. Το έργο αυτό θύμιζε πάντως τα σχέδια, όπως τα συλλαμβάνουν από την άλλη ήπειρο του Ατλαντικού”. Ο Λ. Παλαμάς τον γνώριζε βέβαια πολύ καλά ήδη από το καλοκαίρι του 1922 (το αναφέρει ο ίδιος) και πρέπει να δώσουμε πίστη στα λόγια του. Η φράση “μελετούσε επίμονα” σημαίνει προφανώς ότι το έργο δεν ήταν ακόμη έτοιμο, αλλά πάντως ήταν μεγαλόπνοο (αυτό μάλλον σημαίνει η αναφορά στον τρόπο της Αμερικής) και ο Κουκ εργαζόταν επί καιρό πολύ σοβαρά πάνω στο σχέδιό του αυτό.

Ύστερα από όλα τα παραπάνω θα θέσει κανείς δικαιολογημένα, νομίζω, το ερώτημα αν γνώριζαν και σε ποιον βαθμό οι Σικελιανοί τον Κουκ και τα σχέδιά του. Δεν υπάρχει ωστόσο καμιά αμφιβολία ότι γνώριζαν τον Κουκ προσωπικά, όπως γνώριζαν άλλωστε πολύ καλά και τα σχέδιά του:

(α) Η Εύα Πάλμερ γράφει στον Ιερό πανικό (2011: 140), αναφερόμενη στη δυσκολία της μετάφρασης των ποιημάτων του Άγγελου Σικελιανού: Ποιος μπορούσε να τα ερμηνεύσει [sc. τα ποιήματα] στα αγγλικά, τα γαλλικά ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα; Μια φορά τόλμησα να το επιχειρήσω, όταν ο George Cram Cook ήρθε στην Ελλάδα. Ήταν εκστατικός όταν ο Άγγελος απήγγειλε, και μετά του μετέφρασε μερικά από τα μικρότερα ποιήματά του. Ορκίστηκε ότι έργο της ζωής του από τότε και ύστερα θα ήταν να αφήσει πιστά μεταφρασμένο στα αγγλικά οτιδήποτε είχε γράψει ο Άγγελος. Πράγματι, άρχισε να μελετά τη νεοελληνική με ενθουσιασμό. Φαινόταν να αγαπά και να καταλαβαίνει αυτά που είχε ακούσει και εγώ ένιωσα ότι η ελπίδα μου θα πραγματοποιούνταν. Αλλά ο “Jig” πέθανε μέσα στο χρόνο εκείνο. Και ως τώρα κανείς δεν έχει πάρει τη θέση του.

Η Εύα έγραψε το αυτοβιογραφικό της έργο στο διάστημα ανάμεσα στα έτη 1938 και 1942. Δεδομένου ότι ο Κουκ πέθανε στις 11 Ιανουαρίου 1924, προφανώς δεν θυμάται με απόλυτη ακρίβεια, εξ ου η αναφορά της ότι “πέθανε μέσα στο χρόνο εκείνο”. Αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Σημασία έχει ότι η γνωριμία με τον Κουκ δεν ήταν περιστασιακή — γνωρίζει άλλωστε ότι στη συνέχεια “άρχισε να μελετά τη νεοελληνική με ενθουσιασμό” — και, κυρίως, υπήρχε κάποιου είδους αμοιβαία εκτίμηση, γιατί διαφορετικά δεν θα υπήρχε το σχέδιο της Πάλμερ να μεταφραστούν τα ποιήματα του Άγγελου από τον Κουκ.

(β) Είναι περίεργο που η σύζυγος του Κουκ, η Susan Glaspell, στο βιβλίο της The Road to the Temple δεν αναφέρει τίποτα για τους Σικελιανούς. Είναι περίεργη η παράλειψη τόσο καθεαυτή όσο και επειδή η ίδια αναφέρει, με αφορμή μια υπηρέτρια που είχαν βρει, ότι είχαν επισκεφτεί τη Συκιά. Για ποιον λόγο πήγαν εκεί, δεν αναφέρει. Αλλά για ποιον άλλον λόγο άραγε να πήγαινε κανείς στη Συκιά παρά για να επισκεφτεί τους Σικελιανούς; Ωστόσο η κόρη του Κουκ από τον προηγούμενο γάμο του, η Nilla, στο βιβλίο της My Road to India (New York 1939, σ. 18) είναι ξεκάθαρη πάνω στο ζήτημα αυτό: αναφέρει ότι επισκέφτηκαν οικογενειακώς τον Μάιο του 1923 το Ξυλόκαστρο (δίπλα στη Συκιά) και ότι πέρασαν ένα μήνα με τους Σικελιανούς, όπως επίσης καταγράφει το γεγονός ότι η Πάλμερ θαύμαζε τον Κουκ και την ποίηση του και ο Κουκ θαύμαζε με τη σειρά του την Πάλμερ και τα υφαντά της.

(γ) Ανάμεσα στα “Ευρεθέντα της βιβλιοθήκης των Δελφών του Άγγελου και της Εύας Σικελιανού” απαντά κανείς το βιβλίο του G. C. Cook, The Spring: A Play, New York 1921, με ιδιόχειρη αφιέρωση στην Εύα Πάλμερ (“To Mrs. Sikelianos from George Cram Cook”), καθώς και το βιβλίο της Susan Glaspell, The Verge, London 1922.

Προφανώς κατά την παραμονή τους στο Ξυλόκαστρο o Κουκ και η Glaspell αντάλλαξαν δώρα με τους Σικελιανούς. Ακόμη όμως και αν δεν υπήρχαν τα παραπάνω, αδιάψευστα τεκμήρια για τις σχέσεις των Σικελιανών με τον Κουκ, θα έπρεπε να εικάσουμε ότι γνωρίζονταν. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν δύσκολα πιστευτό. Αναφέρθηκε παραπάνω πόσο αγαπητός και δημοφιλής ήταν ο Κουκ στους Δελφούς.

Πέρα από αυτό, ο Κουκ ήταν πολύ γνωστός και αγαπητός ευρύτερα σε κύκλους συγγραφέων, φοιτητών και γενικότερα διανοουμένων στην Αθήνα. Η φοιτητική “Αθάνατη Παρέα”, μέλη της οποίας ήταν ο Ιωάννης Συκουτρής, ο Βασίλειος Τατάκης, ο Άγγελος Καλογεράς, ο Ι. Θ. Κακριδής, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Γεώργιος Μυλωνάς, ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκης, η Όλγα Κομνηνού κ.ά., που γνώριζαν και αγαπούσαν το Κουκ, με τον οποίο έκαναν εκδρομές σε διάφορα μέρη. Το μέλος της “Αθάνατης Παρέας” και μετέπειτα διευθυντής του Κολλεγίου “Ανατόλια” στη Θεσσαλονίκη Λάμπρος Παραράς σε άρθρο του που αφορά τον Συκουτρή γράφει για τον Κουκ τα εξής: Πέθανε τραγικά κ’ ανέλπιστα στις 9 Ιαν. 1924 στους Δελφούς, κ’ η συντροφιά μας του έκανε πνευματικό μνημόσυνο στην Αθήνα κ’ επισκέφτηκε τον τάφο του στους Δελφούς.

Ο Κουκ πήρε μέρος σε πολλές από τις εκδρομές μας κι’ έμεινε κατενθουσιασμένος. Δώσαμε και σ’ αυτόν, κατά τη συνήθειά μας, το ψευδώνυμο: “Ευριπίδης” και του άρεσε πολύ να τον φωνάζωμ’ έτσι. Είχαμε συνήθεια στις εκδρομές μας να φορούμε στεφάνια. Φορούσε στεφάνι κι’ ο Ευριπίδης μας, πράγμα που τον ενθουσίαζε, κι’ εγύριζε στεφανωμένος ως το ξενοδοχείο του.

Μάλιστα ο Παραράς αναφέρει ότι μετά τον θάνατο του Κουκ έδωσαν το βιβλίο της Glaspell στον Γρ. Ξενόπουλο και αυτός παρακάλεσε τον (μετέπειτα διπλωμάτη) Αλ. Βεϊνόγλου να κάμει περίληψη του βιβλίου με εκτενή αποσπάσματα, την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς δημοσιευμένη υπό τον τίτλο “Ο χιμαιροκυνηγός του Μισσισσίπι [sic]” σε πέντε συνέχειες στη Νέα Εστία το 1929.

Τρία χρόνια πιο πριν είχε κυκλοφορήσει η μετάφραση των Αθηναίων του Κουκ (εκδ. H. F. Kauffman, Αθήνα 1926), την οποία είχε φιλοτεχνήσει εν μέρει ο ίδιος ο συγγραφέας, την είχε συμπληρώσει ο Κλ. Καρθαίος και την προλόγιζε ο Λ. Παλαμάς. Τέλος, το 1929 ο Νίκος Προεστόπουλος, ποιητής και εξάδελφος του Σικελιανού που είχε παντρευτεί εν τω μεταξύ τη Νίλλα Κουκ, τύπωσε ένα βιβλίο που περιλάμβανε μετάφραση τεσσάρων εκτενών ποιημάτων ισάριθμων ποιητών. Το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο από τα ποιήματα αυτά ανήκουν αντίστοιχα στον Verlaine, στον Whitman και στον Hugo.

Το δεύτερο όμως είναι το πολύστιχο ποίημα του Κουκ “Στα πενήντα μου ρωτάω το Θεό” (“At Fifty I Ask God”), στην αρχή του οποίου υπήρχε επίσης σκίτσο του ποιητή καμωμένο από τον ίδιο τον Προεστόπουλο. Οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος (στα αγγλικά) είναι χαραγμένοι πάνω στο μνήμα του Κουκ στους Δελφούς, δίπλα σχεδόν στο σπίτι των Σικελιανών.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν, νομίζω, ότι τόσο η προσωπικότητα όσο και η προσπάθεια του Κουκ ήταν πολύ γνωστά στους Σικελιανούς. Ιδιαίτερα το εγχείρημα του Κουκ να αναπτύξει θεατρική δραστηριότητα στους Δελφούς πρέπει επίσης να θεωρείται βέβαιο ότι με κάποιο τρόπο επηρέασε και, κυρίως, επέσπευσε τις αποφάσεις του Άγγελου Σικελιανού.

Ο Παραράς στο δημοσίευμα του στη Νέα Εστία σχετικά με τον Κουκ και την πρόθεσή του να ανεβάσει τις “Αθηναίες” του στο θέατρο των Δελφών γράφει τα εξής ενδιαφέροντα:

Όνειρό του ήταν το έργο του αυτό να παιχθή από τη Συντροφιά μας στο Θέατρο των Δελφών, όπου ζούσε τον πιότερο καιρό, γιατί λάτρευε κυριολεκτικά το τοπίο αυτό. Το σχέδιο του αυτό πληροφορήθηκε ο Άγγελος Σικελιανός από τον ίδιο τον Κουκ, γιατί συνδέονταν στενότατα. Ο Άγγελος τον καιρό εκείνο σχεδίαζε τις Δελφικές Εορτές και φυσικά δεν ήθελε να τον προλάβουν άλλοι με παράσταση στους Δελφούς. Έστειλε λοιπόν στη Συντροφιά μας γράμμα του, προτείνοντας να συνεργασθούν μαζί του για την παράσταση του “Προμηθέα Δεσμώτη” στις Δελφικές Γιορτές. Ο Παραράς πρέπει να είχε δίκιο, γιατί ο Σικελιανός ανακοίνωσε την απόφασή του για τη διοργάνωση των Δελφικών Εορτών σε τρεις ομιλίες του στο αρχαίο θέατρο των Δελφών από την 1η έως την 3η Μαΐου 1924, δηλαδή μόλις τρεις μήνες μετά τον θάνατο του Κουκ, προφανώς παρακινημένος από τον κίνδυνο να τον προλάβει κάποιος άλλος. Μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε ότι θα έκανε ακόμη πιο γρήγορα, αν δεν τον εμπόδιζε ο καιρός. Εξίσου μεγάλη βαρύτητα έχει, κατά τη γνώμη μου, για την εντύπωση που είχε διαμορφωθεί στους κατοίκους των Δελφών την εποχή εκείνη η μαρτυρία ενός απλού ανθρώπου από τους Δελφούς (τα στοιχεία του δυστυχώς μου είναι άγνωστα), ο οποίος το 1922 ήταν σερβιτόρος και διερμηνέας στο ξενοδοχείο “Απόλλων” (Σημ. Να πούμε πως πρόκειται για τον Αθανάσιο Τσάκαλο που μεγάλη αναφορά στο πρόσωπό του γίνεται και στο βιβλίο της Susan Glaspel, “ The road to the temple”).

Παραθέτω τη μαρτυρία του απομαγνητοφωνημένη από την αφιερωμένη στις Δελφικές Εορτές του 1927 εκπομπή “Παρασκήνιο” του Λάκη Παπαστάθη:

Ήρθε στο ξενοδοχείο “Απόλλωνα” ο Τζώρτζ Κραμ Κουκ, Αμερικανός, ο οποίος ήτο συγγραφεύς δραματικός. Αυτό που έκανε ο Σικελιανός ήταν έμπνευσις του Κουκ για το θέατρο. Διότι ο Κουκ λέει, “εγώ”, λέει, “θα βάλω εσένανε, θα πάρω πέντε τσουβάλια [...], θα σας ντύσω, θα σας μάθω ό,τι χρειάζεται και θα ανεβείτε στη σκηνή εσείς”. — Ο Σικελιανός ήξερε για τον Κουκ; Με ρώτησε μερικά πράγματα. Τι έκανε ο πρώην, ο Κουκ, κλπ. Αφού του ανέπτυξα, μου λέει: “Εγώ θα το κάνω”, λέει, “το θέατρο. Εγώ έχω τη δύναμη. Εκείνος”, λέει, “δεν είχε τη δύναμη” —δεν είχε χρήματα, ήταν ένας φτωχός άνθρωπος. Και από εκεί έβαλε μπρος, “έλα, έλα, έλα”, και μέχρι το ’27”.

Την αναγνώριση της προσωπικότητας του Κουκ και της επιρροής που άσκησε μαρτυρεί, κατά τη γνώμη μου, και η πράξη των Σικελιανών να τιμήσουν τον Κουκ στα Πύθια των πρώτων Εορτών. Ας σημειωθεί βέβαια εδώ ότι οι πρώτες Δελφικές Εορτές προγραμματιζόταν να πραγματοποιηθούν — κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό — τον Απρίλη ή τον Μάη του 1926. Η Glaspell γνώριζε ήδη από πολύ νωρίτερα για την τιμή αυτή που επρόκειτο να επιδαψιλεύσουν στον Κουκ, γιατί το αναφέρει το 1925 στο προλογικό της κείμενο στο Greek Coins ως κάτι που θα γίνει το επόμενο έτος.

Με αφορμή την ανακοίνωση αυτή των Εορτών η εφημερίδα Morning Post της 15 Μαΐου 1925 δημοσίευσε την είδηση γράφοντας, μεταξύ άλλων, ότι “a portion of the games will be given in honor of the late George Cram Cook, a remarkable American poet, who lived and died last year at Delphi, and has already become a saint and hero in the eyes of the peasants of Parnassos.”

Όμως και όταν αργότερα, το 1927, έγιναν πράγματι οι Εορτές, ο Κουκ φαίνεται ότι όντως τιμήθηκε. Η κόρη του Νίλλα, η οποία έλαβε η ίδια μέρος ως μέλος του Χορού των Ωκεανίδων, αναφέρει αρκετά χρόνια αργότερα στο βιβλίο της που αναφέρθηκε παραπάνω (Cook [1939] 60) τα εξής σχετικά με τους αθλητικούς αγώνες των πρώτων Δελφικών Εορτών:

Κρούοντας τις ασπίδες και ηχώντας τις σάλπιγγες χόρεψαν τον Πυρρίχιο, τον αρχαίο πολεμικό χορό για τους πεσόντες, προς τιμήν του “Κυρίου Κουκ”. Τα τύμπανα και οι σάλπιγγες αντήχησαν στις βουνοπλαγιές και οι ιαχές του σταδίου μεταφέρθηκαν παντού μαζί με το λευκό μεταξωτό πανό που είχε γραμμένο με χρυσά γράμματα το όνομά του. Αυτό που θα του άρεσε πάνω από όλα, σκέφτηκα, ήταν το ότι οι αετοί κατέβηκαν από τις κορυφές του Παρνασσού να δουν αυτό που συνέβαινε”. 

 
                                           Δελφικές γιορτές - Αριστερά το λάβαρο με την αφιέρωση στον Cook

 

Η ιστορία του “Κυρίου Κουκ” είναι μια γοητευτική αλλά επίσης παράξενη ιστορία, καθώς πολλά ερωτήματα δεν είναι εύκολο να απαντηθούν. Για ποιον λόγο τιμήθηκε ο Κουκ μετά τον θάνατό του από την ελληνική Κυβέρνηση και για ποιον ακριβώς λόγο από τη συνωρίδα των Σικελιανών στις πρώτες Δελφικές Εορτές; Μόνον επειδή ήταν ένας φιλέλληνας που αγαπούσε τους Δελφούς; Ποια ήταν ακριβώς η επίδραση που άσκησε στον Άγγελο και ποια, κυρίως, στην Εύα Σικελιανού;

Παραπέρα, γιατί ο Άγγελος και η Εύα, ενώ αρχικά ήταν διατεθειμένοι να τιμήσουν τον Κουκ, αργότερα δεν τον αναφέρουν πουθενά σε σχέση με τις Δελφικές Εορτές και ιδιαίτερα με τις θεατρικές παραστάσεις; Πόσο είχαν κατανοήσει οι άνθρωποι που τον είχαν γνωρίσει στην Ελλάδα τις πρωτοποριακές του απόψεις για το θέατρο και γενικότερα την τέχνη;

Για να ερμηνεύσει κανείς το εγχείρημα του Κουκ στους Δελφούς και τη σχέση του με αυτό των Σικελιανών, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσει επαρκώς τον ίδιο τον Κουκ και τις καταβολές του. H εντύπωση ότι, λόγω της συναναστροφής του με τους χωριάτες και της ενδυμασίας του στους Δελφούς, επρόκειτο απλώς για έναν γραφικό Αμερικάνο, είναι εντελώς επιφανειακή. Ισχύει τόσο λίγο όσο ισχύει και για την Πάλμερ, η οποία ντυνόταν επίσης “γραφικά” —πάντα με ένα κοντό δωρικό χιτώνα, όμοια “με τον Άγιο Γιάννη τον Πρόδρομο τον μεταβυζαντινό”, όπως έλεγε ο Κόντογλου.

Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι ο Κουκ αποτελούσε περίεργο κράμα ιδεολόγου και καλλιτέχνη με ριζικές τάσεις αμφισβήτησης της σύγχρονής του κοινωνίας και επιστροφής στη ‘φυσική κατάσταση’. Το αρχέτυπο ανάγεται το δίχως άλλο στον γνωστό Αμερικανό συγγραφέα του 19ου αι. και υπέρμαχο, μεταξύ άλλων, του ‘απλού βίου’ Henry David Thoreau. Η σύνδεση με τον Thoreau δεν είναι υποθετική: o ίδιος ο Κουκ ονειρευόταν ήδη από νεαρή ηλικία — σύμφωνα με τα γραπτά του που παραθέτει η Glaspel — να ζήσει στην Ελλάδα ως “Έλληνας Thoreau”, με τον Όμηρο και απλούς ανθρώπους κοντά στη φύση, και όταν θα έπιανε Χειμώνας στην Αθήνα, με τους διανοούμενους και τον Παρθενώνα.

Οι γενικότερες απόψεις του, που πάντα διαπνέονταν από την αντίθεση στην καπιταλιστική κοινωνία αλλά και το όραμά του για την εθνική αναγέννηση της Αμερικής με πρότυπο την αρχαία Ελλάδα, η παραίτηση από την ακαδημαϊκή καριέρα, η ίδρυση “Μονιστικής Εταιρείας” (Monist Society), όταν ήταν στο Davenport, αλλά, πάνω απ᾽ όλα, οι ιδιαίτερες απόψεις του για την τέχνη, που αμφισβητούσαν οποιαδήποτε μορφή εμπορευματοποίησης και έθεταν το μοντερνιστικό αίτημα της απλότητας, τον οδήγησαν στη δημιουργία ενός σπουδαίου θεάτρου από ερασιτέχνες που εντασσόταν στο ευρύτερο κίνημα του “Little Theatre” —όλα αυτά δείχνουν ότι πρέπει να καταταγεί στις σημαντικές μορφές της αμερικάνικης avant-garde.

H συνέχεια της δράσης του στην Ελλάδα είναι, κατά τη γνώμη μου, εξίσου εντυπωσιακή: Επιδιώκει να δημιουργήσει όχι απλώς ένα θέατρο που δεν θα στηρίζεται σε επαγγελματίες, αλλά ένα θέατρο που θα αποτελείται από τους (αμόρφωτους) ανθρώπους της περιοχής, δηλαδή μια πρωτοποριακή για την εποχή μορφή “θεάτρου της κοινότητας” (community theatre ή, εν προκειμένω ορθότερα, community-based theatre). Το θέατρο αυτό θα ήταν επιπλέον έντονα ιδεολογικό: θα είχε ως αφετηρία του προβλήματα των κατοίκων της περιοχής, αλλά θα παρουσίαζε τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνικής εξέλιξης του ανθρώπου με τρόπο απλό. Και όλα αυτά σε ανοιχτό θέατρο και με κοινό τους ίδιους τους κατοίκους της περιοχής, σε μια πολύωρη παράσταση που θα θύμιζε θρησκευτικό δρώμενο.

Αυτό αποτελεί και ως σκέψη πραγματική ανατροπή των συνθηκών του θεάτρου της εποχής, πραγματική προσπάθεια ανανέωσης και “απελευθέρωσης”. Πρωτοποριακό θέατρο στην ορεινή, μεσοπολεμική Ελλάδα! Δεν θα πραγματευτώ σε έκταση το ζήτημα των ενδεχόμενων άμεσων επιρροών του Κουκ στην Εύα Πάλμερ, γιατί δεν υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις, πέρα από αυτή που αναφέρθηκε παραπάνω και αφορά την επίσπευση των Εορτών από μέρους του Σικελιανού ως συνέπεια της δραστηριότητας του Κουκ.

Αυτό, όπως ήδη αναφέραμε, πρέπει να θεωρείται περίπου βέβαιο και είναι το δίχως άλλο σημαντικό. Είναι πιθανό επίσης στις συζητήσεις τους να υπήρξε ανταλλαγή απόψεων και να επηρεάστηκε ίσως σε κάποια πράγματα η Εύα ή και το αντίστροφο.

Είναι κρίμα που ο Κουκ έφυγε τόσο πρόωρα και δεν γνωρίσαμε το αποτέλεσμα μιας συνέργασίας του με τους Σικελιανούς, τόσο στα πλαίσια των Δελφικών Εορτών όσο και γενικότερα.-

 

                                                  Στον αρχαιολογικό χώρο με την παραδοσιακή πουκαμίσα


                                 
 



 



1 σχόλιο:

  1. Υπέροχο κείμενο για έναν υπέροχο άνθρωπο.
    Μαζί με το παλιότερο κείμενο του Φοίβου Δέλφη στήνουν μια συγκινητική στάση για αυτόν τον άνθρωπο

    ΑπάντησηΔιαγραφή