Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ (1859-1943)

Αλέξανδρος Κοντολέων - Μια εμβληματική προσωπικότητα που ταυτίστηκε με τις ανασκαφές, τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Μουσείου και με τους Δελφούς, ως τόπο και ως ιδέα.

Επιλογή των κυριότερων σημείων απο μια post-mortem τιμητική αφιέρωση στον Α.Κ. απο τον αρχαιολόγο της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Pierre  De La Coste-Messeliere (Φεβ. 1944)

Απο την έκδοση "Δελφοί - Αναζητώντας το Χαμένο Ιερό"



                          

«Σμυρνιός, λέγανε ότι ήρθε πολύ νέος στους Δελφούς, τον καιρό της Μεγάλης Ανασκαφής, και δεν ξανάφυγε ποτέ. Βοηθός στην αρχή των επίσημων επιμελητών, πολύ γρήγορα τους
αντικατέστησε, τουλάχιστον ανεπίσημα. Αλλά για πολύ καιρό ούτε οι δικαιοδοσίες του ούτε τα προνόμιά του δεν είχαν ακριβώς προσδιοριστεί, ούτε και η θέση του μέσα στην ιεραρχία των ελληνικών Αρχαιολογικών Υπηρεσιών, των οποίων υπήρξε επί πενήντα χρόνια η πιο γραφική μορφή. Εγινε γνωστός με αυτόν τον τίτλο «Επιμελητής των Αρχαιοτήτων των Δελφών» που επισημοποιήθηκε πολύ αργότερα. «Παγκοσμίως γνωστός» έλεγε ο ίδιος και ήταν σχεδόν αλήθεια, απέκτησε φήμη, έγινε θρυλικό πρόσωπο.

Για πενήντα χρόνια το Μουσείο και οι ανασκαφές του υπήρξαν ο λόγος ύπαρξής του, η περηφάνεια και η έννοια του. Στα μάτια του ολόκληρο το σύμπαν υπήρχε μόνο σε συνάρτηση με τους Δελφούς. Τα εξωτερικά γεγονότα τα έκρινε ανάλογα με τον αντίκτυπο που είχαν πάνω στα δελφικά πράγματα – και πάνω στην προσωπική του κατάσταση. Ηταν όλα ένα πράγμα.

Ο Κοντολέων διορίστηκε το 1924 διευθυντής του Μουσείου Χαλκίδας με δικαιοδοσία σε όλη την Εύβοια. Παρά την ρητή διαταγή να μεταβεί χωρίς αναβολή στη νέα του θέση δεν κούνησε από τους Δελφούς. Υποδέχθηκε ειρηνικά το διορισμένο διάδοχό του, χωρίς να του μεταβιβάζει τις «δικαιοδοσίες» του, ούτε τα κατάστοιχα αλλά ούτε και τα κλειδιά του. Τον εγκατέστησε στην κατοικία του «εφόρου» (εκείνος κατοικούσε πάντα στο χωριό – στο σπίτι του) και με την υπομονή του σοφού περίμενε απλούστατα την πτώση του Υπουργού που πήρε την απόφαση. Και αυτή έφτασε, φυσικά, πολύ γρήγορα, και τότε όλα ξαναμπήκαν στη θέση τους : ο Αλέξανδρος-Εμμανουήλ Κοντολέων παρέμεινε εν ενεργεία στους Δελφούς.

Χαμογελούσαν μ’ αυτόν, με την εμφάνισή του και με τις κουβέντες του. Δεν χαμογελούσαν όμως πια αλλά αναθεμάτιζαν όταν τους διέκοπτε στη μέση της δουλειάς με τις απαιτήσεις του, όταν έπρεπε για λογαριασμό του να μετρήσουν, να περιγράψουν, να βάλουν ετικέτες, να καταγράψουν στα ευρετήρια, τέλος να κλειδώσουν τριπλά το παραμικρό θραύσμα, ακόμη και της πιο ύστερης εποχής. Αλλά αν κάποιος χρειαζόταν το περιφρονημένο αντικείμενο δέκα ή είκοσι χρόνια αργότερα, το εμφάνιζε με την πρώτη ζήτηση.

Καταραστήκαμε εκατό φορές αλλά και χίλιες φορές ευλογήσαμε τις υπερβολικές λεπτολογίες του και την υπέρμετρή του ακρίβεια. Ηταν ευσυνείδητος από ρουτίνα, από καθήκον και γιατί του άρεσε. Αυτοί ήταν οι λόγοι που κατόρθωσε επι πενήντα χρόνια, παρά τα ανεπαρκή προστατευτικά μέτρα και με ένα ανεπαρκές προσωπικό,, με μηδενικές πιστώσεις, να διατηρήσει έναν απέραντο αρχαιολογικό χώρο και μέσα στο Μουσείο χιλιάδες αντικείμενα αριθμημένα ή όχι, χωρίς κανένα πρόσκομμα, χωρίς καμία δυσκολία.


Ένα σχεδόν ζωώδες ένστικτο τον έσπρωχνε να πιάνει τα απειλούμενα σημεία. 
Το 1917-18, τα συμμαχικά στρατεύματα που αποβιβάζονταν στην Ιτέα παρέμεναν εκεί πολύ καιρό πρίν ξαναφύγουν για για την Θεσσαλονίκη. Ένα βράδυ μια παρέα στρατιωτικών που επισκέφθηκαν τους Δελφούς τον αποχαιρέτησε αλλά αυτός έμεινε με την αίσθηση ότι κάτι έλειπε από το Μουσείο του. Ετρεξε ενστικτωδώς στη ζωφόρο του θησαυρού των Σιφνίων και είδε με φρίκη ότι είχαν ξεκολλήσει και αρπάξει το γοργόνειο του Μενελάου. Τηλεγράφησε αμέσως και το κομμάτι βρέθηκε μέσα στο σακίδιο του κλέφτη τη στιγμή που ανέβαινε σε ένα φορτηγό που θα τον πήγαινε στη Θεσσαλονίκη.

Αντιμετώπιζε τους τουρίστες με έναν τρόπο διφορούμενο. Κολακευόταν, σαν να επρόκειτο για προσωπική έκφραση σεβασμού, επειδή έφταναν από παντού για να θαυμάσουν τους Δελφούς, αλλά και ανησυχούσε θανάσιμα μήπως αυτός ο θαυμασμός οδηγήσει σε κάποια κλοπή.
Οσο για τους αρχαιολόγους , υποδεχόταν τους νεοφερμένους με μια καχυποψία και μια ενόχληση σχεδόν προσβλητικές, παρόλο που προσπαθούσε, επειδή ήταν ευγενής, να μην φαίνεται παρά μια προσποιητή συστολή. Κατόπιν παρατηρούσε, άκουγε και σχημάτιζε γνώμη, συνήθως από παράξενες ενδείξεις. Μόλις καταλάβαινε ότι εργάζονταν, όπως εκείνος για τη «δόξα των Δελφών», χάριζε μονομιάς και για πάντα την ευμένειά του.

Ο ηλικιωμένος αυτός και κουρασμένος άνθρωπος, εξαντλημένος σωματικά και ψυχικά, πέθανε από στερήσεις, δυστυχία και λύπη. Είδε να εισβάλλουν και να καταλαμβάνουν για στρατοπεδεύσεις αυτά τα Ιερά, όπου δεν επέτρεπε την είσοδο χωρίς σεβασμό. Και άδειο το Μουσείο, του οποίου, τουλάχιστον, τα μάρμαρα, κείτονταν και πάλι προστατευμένα μέσα στη γή των Δελφών, που τα προστάτευε αλλά και τα έβλαπτε. Αλλά τον Ηνίοχό του, τον πήραν μια μέρα στην Αθήνα χωρίς να το μάθει!

Θα ήταν δίκαιο, αφού χαμογελάσουμε, να του αποδώσουμε την αναγνώριση που επιθυμούσε. Δεν είχε άδικο να θεωρεί τον εαυτό του απαραίτητο και ήταν πράγματι. Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε χωρίς την συμβολή του; Ποτέ δεν αρνήθηκε τη βοήθειά του, που υπήρξε ουσιαστική για μας. Κανένας άλλος, σε ένα ρόλο που ήταν σημαντικός πάντοτε δεν βοήθησε όσο αυτός το δελφικό μας έργο.

Χωρίς την πιστή του αφοσίοση, αποκλειστική αλλά και απόλυτη, σχεδόν τίποτα από ο,τι επιτελέστηκε στους Δελφούς, από τον καιρό της Μεγάλης Ανασκαφής, δεν θα είχε ολοκληρωθεί, ούτε θα είχε διαρκέσει. Ετσι η μοίρα αυτού του ανθρώπου, που αφιερώθηκε με τόσο πάθος και ανιδιοτέλεια σε μια δύσκολη υπόθεση, είχε ένα είδος μεγαλείου».


*Στην φωτογραφία ο Αλέξανδρος Κοντολέων εκφωνεί λόγο προς επίσημους επισκέπτες στο μουσείο, δίπλα απο το άγαλμα του Ηνίοχου, περί το 1935.



1 σχόλιο: