Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

ΟΙ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ, Ελένης (Λέλας) Μπακολουκά

Τα Δελφικά Χρονικά παρουσιάζουν την κεντρική θεματολογία απο το νέο βιβλίο της Λέλας Μπακολουκά για τους νερόμυλους των Δελφών.

Μια ασχολία των κατοίκων σχετική με τις γεωργικές εργασίες τους, που κάλυπταν μαζί με την κτηνοτροφία, τις βασικές βιοποριστικές ανάγκες τους από πολύ παλιά, πολύ πριν αποκαλυφθεί στις ανασκαφές το αρχαίο ιερό και αναπτυχθεί ο τουρισμός.

Πρόκειται για μια εξαιρετική έρευνα που εμπλουτίζει τις γνώσεις μας πάνω στην τοπική λαογραφία.
 

 ΟΙ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ


Η περιοχή των Μύλων 

Η τοποθεσία, στην οποία έχουν κατασκευαστεί οι μύλοι, έχει επιλεγεί με μεγάλη προσοχή και φροντίδα για να έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία τους. Εκτός από το άφθονο νερό της πηγής που παρέχεται όλο το χρόνο, η περιοχή έχει μεγάλη φυσική κλίση ώστε σε μικρή απόσταση να υπάρχει η απαραίτητη υψομετρική διαφορά και έτσι να δημιουργείται η αναγκαία δύναμη της ροής του νερού για τη λειτουργία ενός μύλου. Τα κτίσματα των μύλων, φτιαγμένα από υλικά που ήταν διαθέσιμα στο κοντινό περιβάλλον, ήταν απλής κατασκευής. Ήταν συνήθως ισόγεια πετρόχτιστα με σκεπή από κεραμίδια. ΄Επρεπε να στεγάζουν τις εγκαταστάσεις για την άλεση του μηχανήματος, τους μυλόλιθους, την αλευροθήκη, το χώρο για το σιτάρι που έφερναν οι παραγωγοί για άλεσμα, τα αμπάρια όπου ο μυλωνάς αποθήκευε το λεγόμενο δικαίωμα και ένα συνήθως δωμάτιο για τη διαμονή του ίδιου. Το δωμάτιο του μυλωνά ήταν υπερυψωμένο με πάτωμα από χοντρά σανίδια για να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η υγρασία. Η πρόσβαση στους μύλους των Δελφών δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολη εξαιτίας της κλίσης του εδάφους. Υπήρχαν όμως ελικοειδείς μουλαρόδρομοι και τα μεταφορικά μέσα της παλιάς εποχής, τα γαϊδούρια και τα μουλάρια, μπορούσαν χωρίς μεγάλη δυσκολία να φθάνουν στους μύλους. Οι πελάτες των μύλων ήταν κυρίως από τους Δελφούς, αλλά και από το Χρισσό και τη Δεσφίνα. Με τα χωριά αυτά οι μύλοι συνδέονταν με πολύ καλό ημιονικό δρόμο. Ο δρόμος μάλιστα με την Δεσφίνα διατηρείται στο μεγαλύτερο μήκος του μέχρι σήμερα. Είναι στη βόρεια πλαγιά της Κίρφυς απέναντι από τους Δελφούς, διατηρεί σε πολλά σημεία το παλιό καλντερίμι και μπορεί να θεωρηθεί μάλιστα ως ένα νεότερο μνημείο της περιοχής. Εκτός από τους κατοίκους των παραπάνω χωριών, οι μύλοι εξυπηρετούσαν πολλούς από τους κατοίκους των κοντινών χωριών της Γκιώνας.

 

Η λειτουργία του Μύλου 

Η λειτουργία του νερόμυλου γίνεται ως εξής: Το νερό της πηγής που θα κινήσει το μύλο οδηγείται πρώτα σε ένα αυλάκι, που λέγεται μυλαύλακο και φθάνει μέχρι το μύλο. Για να γίνει αυτό, δηλαδή να αλλάξει η πορεία του νερού, τοποθετείται ένα εμπόδιο στο κεντρικό αυλάκι της πηγής και έτσι γίνεται η λεγόμενη δέση. Η δέση αποτελείται από μία σειρά πέτρες τοποθετημένες κάθετα στο ρεύμα της πηγής, πολλές φορές μαζί με κλαδιά που συγκρατούνται από μικρότερες πέτρες. Έτσι παρεμποδίζεται η ροή του νερού στο κεντρικό αυλάκι και αναγκάζεται το νερό να μπει στο μυλαύλακο που ξεκινάει απ’ αυτό το σημείο. Αν πρέπει να περάσει από δύσβατα μέρη, τότε κατασκευάζονται τα κατάλληλα τεχνικά έργα, όπως τοίχοι, ξερολιθιές ή σε κάποια σημεία ένα κανάλι, που μπορεί να είναι ξύλινο από έναν πελεκημένο κορμό δένδρου προκειμένου να γεφυρωθεί ένα μικρό ρέμα από τη μία όχθη μέχρι την άλλη. Σ’ όλο το μήκος του μυλαύλακου πρέπει να ληφθεί μέριμνα για να μην πέφτουν μέσα σ’ αυτό χώματα και το ίδιο να μην φθείρεται συχνά από τη διέλευση ανθρώπων και ζώων. Πρέπει επίσης το μυλαύλακο να έχει την κατάλληλη κλίση για να φθάνει το νερό ανεμπόδιστα μέχρι το μύλο. Το νερό οδηγείται κατ’ αρχήν στην κεφαλοκάναλη ή το βαρέλι, μπροστά από το οποίο τοποθετείται μια σκάρα για να συγκρατεί μικρά κλαδιά και φύλλα από δένδρα, που φθάνουν μέχρι εκεί. Το βαρέλι τα παλιότερα χρόνια ήταν ξύλινο, ενώ τα νεώτερα ήταν μεταλλικό. Από το βαρέλι το νερό έφτανε στο σιφούνι. Το σιφούνι ήταν στο χαμηλότερο άκρο του βαρελιού και ήταν ξύλινο, συνήθως από συκιά, ή μεταλλικό. Η ροή του νερού στο σιφούνι μπορούσε να ρυθμιστεί με το δράκο ούτως ώστε να φθάσει στη φτερωτή η κατάλληλη ποσότητα νερού.

Η φτερωτή ήταν ένας τροχός, ο οποίος τα παλιότερα χρόνια ήταν κάθετος και ξύλινος, ενώ τα νεότερα ήταν μεταλλικός και οριζόντιος. Η οριζόντια φτερωτή είχε διάμετρο γύρω στα τρία μέτρα, ενώ η οριζόντια είχε διάμετρο συνήθως 1,20 μέτρα και πάχος 15 εκατοστά με πολλές ακτίνες, τα κουτάλια. Επάνω σ’ αυτά έπεφτε με ορμή το νερό και ανάγκαζε τη φτερωτή να γυρίζει. Στο κέντρο της υπήρχε ένας άξονας, ο οποίος τα παλιότερα χρόνια ήταν ξύλινος και στα νεότερα χρόνια μεταλλικός, το αδράχτι. Το αδράχτι ήταν κατακόρυφο και ακουμπούσε στο κεντρί επάνω σε μία οριζόντια επιφάνεια, την τράπεζα. Η κίνηση της φτερωτής έφθανε στο επάνω μυλολίθι, το οποίο ήταν κινητό, ενώ ακριβώς κάτω από αυτό ήταν το κάτω μυλολίθι που ήταν σταθερό. Οι μυλόπετρες δεν ήταν μονοκόμματες, αλλά αποτελούνταν από πολλές πελεκημένες και κατάλληλα συνταιριασμένες πέτρες, που συγκρατούσαν σφιχτά δύο σιδερένια στεφάνια. Οι επιφάνειες στις μυλόπετρες, που έρχονταν σε επαφή, δεν ήταν λείες, αλλά δέχονταν ειδική κατεργασία, τη χαραγή. Η κατεργασία αυτή γινόταν για να δημιουργηθούν μικρά ακτινωτά αυλάκια και έτσι να αλέθονται καλλίτερα οι σπόροι. Επάνω από την κινητή μυλόπετρα ήταν το καρύκι, μία ξύλινη κάσα μέσα στην οποία έριχναν τον καρπό για άλεσμα. Από εκεί ο καρπός έφθανε αρχικά στον κάλανο στη βάση της κάσας και με τη βοήθεια που προσέφεραν το βαρδάρι που περιστρεφόταν και η καυκιά, κατέληγε στις μυλόπετρες συνεχώς μικρή ποσότητα καρπού για να αλεστεί. Το αλεύρι που έβγαινε από τις μυλόπετρες έφθανε στη φτύση και από εκεί έπεφτε στην αλευροθήκη, που ήταν λίγο χαμηλότερα και έτσι ήταν έτοιμο στη διάθεση του μυλωνά και του πελάτη.

Οι μυλωνάδες και η ζωή στο Μύλο 

Οι νερόμυλοι αποτελούσαν τόπο συγκέντρωσης πολλών ανθρώπων όχι μόνο συγχωριανών, αλλά και από γειτονικά χωριά, που έφθαναν ως εκεί για να αλέσουν τους καρπούς τους. Ήταν αναγκασμένοι να μένουν στο μύλο αρκετές ώρες για να πάρουν σειρά για το άλεσμα, ακόμα και να διανυκτερεύσουν σ’ αυτόν εάν χρειαζόταν. Έτσι είχαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν ειδήσεις και απόψεις σε εποχές που οι ευκαιρίες επικοινωνίας ήταν περιορισμένες. Η καρδιά του νερόμυλου ήταν ο μυλωνάς. Αυτός «έδινε» το όνομά του στο μύλο, που τις περισσότερες φορές ήταν ιδιοκτησία του. Ο μυλωνάς συνήθως είχε βοηθό, που τον αποκαλούσαν «Πασπαλιάρη». Ο βοηθός φρόντιζε για το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα των ζώων, για το καθάρισμα του μυλαύλακου, καθώς και για άλλες εργασίες του μύλου, και αντικαθιστούσε τον μυλωνά, όταν εκείνος έλειπε. Οι μυλωνάδες ζούσαν και δούλευαν πάντα με κόσμο, ακούγοντας φωνές και συζητήσεις μαζί με τον ήχο της ροής του νερού, της φτερωτής και της μυλόπετρας που έτριβε το σιτάρι. Η έκφραση «έγινε μύλος» μάλλον προήλθε από εδώ. ΄Εχουν μείνει στη μνήμη των γεροντότερων πολλές ιστορίες και περιστατικά που συνδέονται με τους μύλους και τους μυλωνάδες και κάθε πελάτης των μύλων έχει να διηγηθεί κάτι διαφορετικό. Οι μυλωνάδες ήταν άνθρωποι φιλόξενοι, εξυπηρετικοί και γελαστοί, ενώ έκαναν την παραμονή στο μύλο ευχάριστη. Οι νερόμυλοι δούλευαν όλο το χρόνο διότι δεν υπήρχε πρόβλημα στην παροχή νερού. Δεν δούλευαν μόνο στις μεγάλες γιορτές του έτους, όπως και στη γιορτή της Υπαπαντής που γιόρταζε η Παναγία η Μυλιαργούσα. Η τήρηση της σειράς προτεραιότητας στο μύλο ήταν κανόνας απαράβατος. Εκτός σειράς έμπαινε μόνο το άλεσμα για το τραπέζι του γάμου. Για το προβάδισμα αυτό οι μελλόνυμφοι έφερναν κάποιο δώρο στον μυλωνά, καθώς και γλυκά για τους άλλους πελάτες, που με ευχαρίστηση παραχωρούσαν τη σειρά τους στο νέο ζευγάρι.

 

Οι νερόμυλοι των Δελφών 

Οι νερόμυλοι των Δελφών βρίσκονται όλοι κατά μήκος του ρέματος της πηγής «Κεφαλόβρυσο» και σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Απέχουν ενάμιση χιλιόμετρο από το παλιό χωριό και δύο χιλιόμετρα από τους σύγχρονους Δελφούς. Οι μύλοι καθώς και οι υπόλοιπες βιοτεχνικές κατασκευές, που είχαν επίσης ως κινητήρια δύναμη το νερό, ήταν οι παρακάτω, ξεκινώντας από τον μύλο που βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο: 

Ο μύλος του Τσεκούρα 

Είναι ο πρώτος στη σειρά των μύλων των Δελφών και βρίσκεται πολύ κοντά στο «Κεφαλόβρυσο». Είναι από τους πιο παλιούς μύλους και λειτουργούσε από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Τελευταίος γνωστός μυλωνάς ήταν ο μπάρμπα-Γιώργης, ο οποίος ήταν και πολύ καλός ψάλτης. Σ’ αυτόν άλεθαν Δελφιώτες, κάτοικοι των γύρω χωριών, αλλά και οι καλόγεροι του Μοναστηριού του Προφήτη Ηλία. Οι γεροντότεροι θυμούνται να περνούν μέσα από το χωριό τα καλογερικά μουλάρια τα ξημερώματα, φορτωμένα με σιτάρι για να πάνε στο μύλο για άλεσμα. Πρέπει να αναφερθεί ότι το 1942 είχε γίνει προσπάθεια για να εγκατασταθεί στο μύλο αυτό ένας μικρός υδροηλεκτρικός σταθμός ο οποίος παράλληλα με τη λειτουργία του μύλου θα μπορούσε να ηλεκτροδοτήσει τον οικισμό των Δελφών. Συντάχθηκε μάλιστα προμελέτη από τον μηχανικό Ι. Φιλίππου (Αθήνα 16.05.1942), η οποία όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Οι Δελφοί συνέχισαν να ηλεκτροδοτούνται από την Ηλεκτρική του Χρισσού έως τα μέσα της 10/ετίας του 1950, οπότε ηλεκτροδοτήθηκαν απο τη ΔΕΗ. Ο μύλος αυτός, όπως και οι υπόλοιποι, σταμάτησε τη λειτουργία του τη δεκαετία του 1950 ή τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Περιήλθε στην ιδιοκτησία του στρατηγού Αθανασίου Τσεκούρα και κατόπιν στην ανιψιά του Μελπομένη, η οποία τον δώρισε στον Δήμο Δελφών.

Ο μύλος του Βαρζακάνου 

Κάτω ακριβώς από το μύλο του Τσεκούρα βρίσκεται ο μύλος του Βαρζακάνου. Μυλωνάς ήταν τα τελευταία χρόνια λειτουργίας του ο Αθανάσιος Βαρζακάνος, ο πατέρας του Γιώργου Βαρζακάνου. Ο μύλος αυτός, όπως και οι υπόλοιποι, έχει σταματήσει εδώ και πολλές δεκαετίες τη λειτουργία του και είναι ερειπωμένος. Σήμερα ανήκει στην ιδιοκτησία του Παναγιώτη (Τάκη) Μανδρέκα, του πρώην Δημάρχου της Ιτέας. 

Ο μύλος του Μικρούτσικου 

Βρισκόταν κάτω από το μύλο του Βαρζακάνου και ήταν γνωστός ως μύλος του Μπαλαλά. Η λειτουργία του μύλου αυτού σταμάτησε την προπολεμική περίοδο. Την δεκαετία του 1950 και ενώ άλλοι μύλοι της περιοχής ήταν σε λειτουργία, ο μύλος αυτός ήταν ήδη ένας σωρός ερειπίων.

Το μαντάμι και η νεροτριβή του Στάθη Βαρώνου 

Το μαντάμι και η νεροτριβή στα Στάθη Βαρώνου ήταν κάτω από το μύλο της οικογένειας Μικρούτσικου. Μαντάμια (ή μαντάνια) είναι ξύλινες κατασκευές για την κατεργασία μάλλινων υφαντών ρούχων με νερό. Η κατασκευή αποτελείται από δύο τμήματα: ένα σταθερό και ένα κινούμενο τμήμα. Το κινούμενο τμήμα έχει μία φτερωτή και όταν πέφτει επάνω της το νερό από ένα σιφούνι σαν αυτό του νερόμυλου, κινεί ένα ξύλινο άξονα, επάνω στον οποίο είναι προσαρμοσμένα τα «κοπάνια». Όταν η κατασκευή είναι σε λειτουργία τα κοπάνια χτυπούν συνεχώς και ρυθμικά το υφαντό, που τυλίγεται και ξετυλίγεται γύρω από τον άξονα. Συγχρόνως έριχναν νερό στο υφαντό και το στροβίλιζαν για πολλές ώρες. Το υφαντό «έμπαζε» και φούσκωνε ώστε να είναι κατάλληλο για χρήση. Στο μαντάμι έβαζαν μάλλινα υφάσματα, που προορίζονταν για χονδρά χειμωνιάτικα ενδύματα, ακόμη και για κλινοσκεπάσματα. Νεροτριβή είναι μία κωνική κατασκευή μέσα στο έδαφος, επενδυμένη εσωτερικά με ξύλινες σανίδες, που έχουν μεταξύ τους μικρά διάκενα. Στον κώνο αυτόν έπεφτε νερό από σημαντικό ύψος. Στη νεροτριβή ρίχνονταν μάλλινα υφαντά και βελέντζες, που τρίβονταν και στροβιλίζονταν με την δύναμη του νερού. Η κατεργασία αυτή έκανε την ύφανση πιο σφιχτή και συγχρόνως πιο μαλακή, μετατρέποντας έτσι το υφαντό σε «γινομένη» και «φλοκωτή». Το μαντάμι και η νεροτριβή περιήλθε στην ιδιοκτησία του Χρήστου Ευστ. Βαρώνου. Η λειτουργία των κατασκευών αυτών σταμάτησε τη δεκαετία του 1950.

Το λιοτρίβι του Βαρώνου 

Δίπλα στις παραπάνω κατασκευές λειτουργούσε ένα λιοτρίβι. Ήταν και αυτό του Στάθη Βαρώνου, τον οποίο διαδέχτηκε ο γιός του Ιωάννης Βαρώνος. Το λιοτρίβι αυτό σταμάτησε τη λειτουργία του την ίδια εποχή με τους μύλους και σήμερα ανήκει στην ιδιοκτησία του Ιωάννη Ν. Κλέντζερη. 

Ο μύλος του Λυριντζή 

Λίγο πιο κάτω από τις προηγούμενες βιοτεχνίες ήταν ο μύλος του Λυριντζή. Από τους παλιότερους γνωστούς μυλωνάδες ήταν ο μπάρμπα-Γιάννης Λυριντζής. Ο μπάρμπα-Γιάννης ήταν από τουςπιο καλούς τεχνίτες. Έκανε συχνά τη χαραγή στη μυλόπετρα για να τρίβεται καλύτερα και για να γίνεται ψιλό το αλεύρι. Ήταν ιδιαίτερα φιλόξενος και το μεσημέρι, όταν έστρωνε τραπέζι στο μύλο, καλούσε όλους όσους ήταν εκείνη τη στιγμή στο μύλο για φαγητό.

Μετά τον μπάρμπα-Γιάννη Λυριντζή ανέλαβε μυλωνάς ο γιός του Γιάννης. Στη συνέχεια εργάστηκαν στο μύλο τα αδέλφια του Αχιλλέας και Ηλίας. Ο νερόμυλος ήταν στο σημείο, από το οποίο πέρασε το κανάλι του Μόρνου, με το οποίο φτάνει το νερό στην Αθήνα. Εξ αιτίας αυτού του έργου δεν σώζεται τίποτα από το μύλο αυτό. 

Ο μύλος του Κολομβότσου 

Κάτω από το σύγχρονο κανάλι του Μόρνου ήταν ο μύλος του Κολομβότσου. Παλιός μυλωνας ήταν ο Ηλίας Κολομβότσος και αργότερα οι γιοί του Αλέκος και Γιάννης. Και ο μύλος αυτός σταμάτησε τη λειτουργία του μαζί με τους υπόλοιπους νερόμυλους τη δεκαετία του 1950. Σήμερα τα χαλάσματα του μύλου ανήκουν στους απογόνους τους και συγκεκριμένα στην Παγουλίτσα σύζυγο του Μιχάλη Καζάζη και την Παγουλίτσα Κολομβότσου (Νικολάου) που διαμένει στην Πάτρα.

 Ο μύλος του Δελεά 

Τελευταίος μύλος χαμηλά προς το κεντρικό αγροτικό δρόμο ήταν ο μύλος του Δελεά. Είχε αγοραστεί προπολεμικά από τον Κώστα Δελεά, ενώ προηγουμένως ανήκε στο καλογερικό μετόχι της Δεσφίνας. Ο μπάρμπα-Κώστας, εκτός από καλός μυλωνάς, ήταν αγαπητός σε όλους και έλεγε πολλά και καλά ανέκδοτα. Δίπλα στο μύλο είχε ρακαριό, έβγαζε τσίπουρο και το κερνούσε στους πελάτες. Η λειτουργία του μύλου αυτού, όπως και όλων των άλλων, σταμάτησε στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Είναι από τους καλύτερα διατηρούμενους νερόμυλους, αν και είναι εγκαταλελιμμένος εδώ και αρκετά χρόνια. Σήμερα ανήκει στην εγγονή του μπάρμπα-Κώστα, τη Βιολετα, κόρη του Κομνά Δελεά .

 






 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου