Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

1890, ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΙ



 Αρθρο του αμερικάνου δημοσιογράφου και λόγιου F.B. Sanborn που βρέθηκε στο Καστρί την άνοιξη του 1890 μαζί με τους καθηγητές  Perrin και Orris. 
Δημοσιεύθηκε πολλά χρόνια μετά, μαζί με άλλες αναφορές απο το ταξίδι τους στην Ελλάδα, στο περιοδικό λόγου και τέχνης The Granite Monthly το 1912.


Ιτέα, 31 Μαρτίου, 9.30μμ.
Εδώ είμαστε επι τέλους, στα πόδια του Παρνασσού, στην διαδρομή μας προς τους Δελφούς αλλά υποχρεωμένοι να περάσουμε τη νύχτα σε αυτό το θορυβώδες και βρώμικο χωριό λόγω της έλλειψης αλόγων για να πάμε προς τα επάνω μέσα απο τον ιερό ελαιώνα με το φεγγαρόφωτο που είναι υπέροχο απόψε.

Ο πλούς μαζι με τους δύο καθηγητές απο την Κόρινθο (50 μίλια) ήταν ήρεμος και πανέμορφος αλλά η Ιτέα είναι ένα μικρό ψαροχώρι κι εμείς είμαστε αναγκασμένοι να κοιμηθούμε τρείς σε ένα δωμάτιο και να ακούμε απο κάτω τον σαματά απο χαρτοπαίχτες και μεθυσμένους για τη μισή νύχτα.
Νωρίς το πρωί ξεκινήσαμε για την ανάβαση στους Δελφούς με μια άμαξα φερμένη απο τα Σάλωνα για περίπου 10-12 μίλια.

Δελφοί, απόγευμα 1ης Απριλίου.
Ο δρόμος που πήραμε προς τα εδώ είναι εξαιρετικός. Σκαρφαλώνει φιδωτά τους πρόποδες και τις απόκρημνες πλαγιές του Παρνασσσού για 12 μίλια, τρία απο τα οποία είναι παλιά και τα άλλα εννέα μόλις κατασκευασμένα απο την κυβέρνηση. Καθώς κατεβήκαμε απο την άμαξα στην πηγή της Κασταλίας οι ντόπιες γυναίκες τσουγκράνιζαν τα τελευταία χαλίκια. Ρωτήσαμε ποιός έφτιαξε αυτόν τον ωραίο δρόμο και μας απάντησαν “η κυβέρνηση” κι έπειτα για να μην το πάρουμε λάθος και εννοήσουμε το βασιλιά, συμπλήρωσαν βιαστικά “ο Τρικούπης”.
Αν είχαμε περπατήσει ως επάνω απο την Ιτέα η πεζοπορία μας θα ήταν κουραστική αλλά πιο σύντομη κατά περίπου επτά μίλια. Πληρώσαμε για την μεταφορά μας -ούτε τρείς ώρες με την άμαξα- 96 σέντς ο ένας ή 2.88 δολάρια για τους τρείς μας και πραγματικά απολαύσαμε την
υπέροχη θέα καθώς ανεβαίναμε. Και φτάσαμε εδώ, 2000 πόδια ψηλότερα απο τον κόλπο της Κορίνθου και απο πάνω μας οι λαμπεροί γκρεμοί του Παρνασσού σηκώνονται για άλλα 1000 πόδια ψηλά, ενώ οι κορυφές, αθέατες απο εδώ, βρίσκονται στα 8000 πόδια απο την επιφάνεια της θάλασσας και έχουν ακόμη χιόνι.
Απο κάτω μας και στην απέναντι πλευρά απ' όπου τα νερά της Κασταλίας πέφτουν απο έναν βράχο μια κοιλάδα βυθίζεται κατακόρυφα και πρασινίζει απο το σιτάρι και τα ελαιόδενδρα και στις πλαγιές του βουνού πιο πέρα, προς το χωριό της Αράχωβας, λαμπερές αναβαθμίδες κι πέτρινοι όγκοι σε διάφορους χρωματισμούς σαν τεράστια ζώα που απολαμβάνουν τον ανοιξιάτικο ήλιο.
Το σύγχρονο χωριό του Καστριού είναι χτισμένο πάνω στους αρχαίους ναούς και το θέατρο και είναι απελπιστικά μικρό με περίπου 300 χωρικούς ανάμεσα στους οποίους υπάρχουν αρκετά χαριτωμένα παιδιά και τουλάχιστον μια όμορφη κοπέλα που την είδαμε να γνέθει με την μακριά ρόκα της γιαγιάς της κοντά στην πηγή Δελφούσσα όπου μια ντουζίνα γυναίκες έπλεναν μια Τρίτη.
Ιουλία, αυτό ήταν το ωραίο της όνομα και όταν της ζητήσαμε να μας δείξει πως χρησιμοποιεί την “αρχαία” της ρόκα μας είπε πως έχει μια καλύτερη στο σπίτι και έτρεξε να την φέρει. Οταν την έφερε είδαμε πως ήταν μια καινούργια, κοντή και απο άσπρο ξύλο, χρωματισμένη -όχι όπως η παλιά της- και σκαλισμένη σε σχήμα καρδιάς στο πάνω μέρος. Στην πραγματικότητα μια νυφική ρόκα φτιαγμένη απο ξύλο έλατου απο τον Παρνασσό. Συμφώνησε να μας την πουλήσει για τρείς δραχμές που στα δικά μας χρήματα είναι περίπου 50 σέντς.
Ετσι λοιπόν την αγόρασα και φύγαμε να δειπνήσουμε με τον “Φύλαξ” στο ξύλινο μουσείο του με τους δύο ορόφους όπου έμενε, μαγείρευε και πρόσφερε κρεβάτια σους τουρίστες. Είχαμε ένα καλό δείπνο με κοτόπουλο αλλά αποφασίσαμε να μετακινηθούμε στην Αράχωβα για τη νύχτα όπου μας είχαν πεί πως υπήρχε ένα καλό πανδοχείο – το οποίο όμως δεν βρήκαμε αλλά βρήκαμε ένα αδιάφορο μέρος όπου τελικά περάσαμε τη νύχτα με κάποια άνεση αλλά με λίγο φαγητό.
Επιστρέφοντας στα ερείπια των Δελφών περικυκλωθήκαμε απο γυναίκες που έγνεθαν και που ήθελαν να μας πουλήσουν τις ρόκες τους. Καθώς είχα πληρώσει τρείς δραχμές την πρώτη φορά προσέφεραν την ίδια τιμή, μετά έπεσαν στις δύο και στο τέλος στην μία δραχμή αλλά δεν είχα ενδιαφέρον για κάτι περισσότερο απο τον “θησαυρό” μου.
Εξερευνήσαμε τα επίπεδα στην περιοχή για ο,τι αρχαιότητες υπήρχαν στην επιφάνεια. Σε ένα κελλάρι επίσης βρήκαμε μερικά απο τα καθίσματα του μικρού θεάτρου τα οποίο φωτογράφισε ο καθηγητής Perrin μαζί με δύο απο τις πηγές, δύο απόψεις της στοάς των Αθηναίων, μία της κολώνας των Ναξίων και μια γενική άποψη του χωριού καθώς πλησιάζαμε απο τον καινούργιο δρόμο ερχόμενοι απο την Ιτέα.
Οι Δελφοί είναι μια διαδοχή απο επίπεδα, όπως τα καθίσματα ενός ελληνικού θεάτρου και ανοιχτοί στο φώς του ήλιου στο πιο γραφικό και άγριο τοπίο του κόσμου. Για 1000 χρόνια υπήρξαν το ιερό της πιο λαμπερής θρησκείας αυτού του έθνους και το πιο ονομαστό μαντείο.
Θα τους αφήσουμε με λύπη για να επιστρέψουμε στην Ελευσίνα και την Αθήνα δια μέσου της Βοιωτίας και την ανατολική πλευρά του Παρνασσού και τελικά μέσα απο ένα πέρασμα του Κιθαιρώνα και το Θριάσιο πεδίο.
Οταν επέστρεψα στην Ελλάδα, τον Δεκέμβριο του 1892, οι Γάλλοι είχαν αρχίσει τις ανασκεφές και τις ανακαλύψεις στους Δελφούς. Το παλιό χωρίο Καστρί είχε μεταφερθεί. Υπολόγιζα να τους επισκεφθώ ξανά και να εξερευνήσω την άλλη πλευρά του Παρνασσού, κοντά στη Βελίτσα, όπου ο οπλαρχηγός της επανάστασης Οδυσσέας, πιστός φίλος του Τρελώνυ, είχε κάνει το οχυρό του <...> αλλά τελικά, για κακή μου τύχη, δεν μπόρεσα να επισκεφθω τον Παρνασσό ξανά.

Οι δύο ακόμη φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο :



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου