Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ "ΟΙ ΔΕΛΦΟΙ"

 Ο σπουδαίος μας συγγραφέας Ανδρέας Καρκαβίτσας επισκέφθηκε τους Δελφούς (Καστρί) λίγους μήνες πριν γίνει η μετεγκατάσταση των κατοίκων και ξεκινήσει η μεγάλη ανασκαφή (1892).
 Κατέγραψε τις εντυπώσεις του και τις δημοσίευσε στην εφημερίδα Εστία κάποια στιγμή μέσα στο ίδιο έτος. Μαζί με την γλαφυρή περιγραφή του μας δίνει ένα πλήθος λαογραφικών και άλλων στοιχείων της τοπικής κοινωνίας πoλλά απο τα οποία δεν έχουν διασωθεί μέχρι τις μέρες μας.
(Εχει κρατηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου)

Ανδρέα Καρκαβίτσα “ΟΙ ΔΕΛΦΟΙ”

Μέχρις ότου έρθη ο γιατρός του χωριού, εις τον οποίον ήμουν συστημένος, εκάθησα να ξεκουρασθώ εξω απο τον καφενέ. Εβδομάδες ολόκληρες εγύριζα τότε πεζός
και καβαλλάρης στα άγρια βουνά της Δωρίδος και Παρνασσίδος, απο χωριά σε βοσκοτόπια, απο κορφοβούνια σε λαγκαδιές, ζητώντας κι εγώ δεν ξέρω τι, πάντοτε όμως ο,τι ακόμη δεν ευρήκα. Οπωσδήποτε για την αρχαιότητα καθόλου δεν εσυλλογιζόμουν. Ούτε ποιοί εκατοίκησαν μια φορά τους τόπους εκείνους, ούτε πως ελέγοντο, ούτε τι πολέμους έκαμαν, ούτε ποιές παλαιές πολιτείες είχαν μ' έμελε. Μου αρκούσαν οι τραχείς και ρωμαλέοι σημερινοί κάτοικοι, τα περήφανα τραγούδια τους, αι παραδόσεις και τα έθιμα τους, αυτά τα ονόματά τους πολλάκις που μ' άναβαν ευθύς της φαντασίας τα φτερά σε περασμένου καιρού ανδραγαθήματα. Σαν έφθασα όμως στο νεροπεριχυμένο Χρισσό, εκατάλαβα και εγώ πως ήταν γαϊδουριά μου να μην τραβήξω και ως τους Δελφούς, που έβλεπα τους κόκκινους βράχους των επανωθιό μου και άκουα πως δεν απείχαν παρά μια μόλις ώρα απ' εκεί. Σύνωρα εκίνησα για τους Δελφούς.

Να λέγω όμως την αλήθεια, όχι για τους Δελφούς, αλλά για το Καστρί εκίνησα. Τους αρχαίους Δελφούς με το περίφημο μαντείο, και τα γυμνάσια, και τους ναούς, και τ' αγάλματα, και τας λέσχας, και τα θέατρα, και τους θησαυρούς ήξερα ότι δεν θα τα εύρισκα πλέον. Ξερα πως δεν θα έβλεπαν τα μάτια μου τις έμορφες ζωγραφιές τους Πολύγνωτου, και τη χρυσή ερωμένη του Πραξιτέλη, και του Φειδία τα λαμπρά έργα, και τα πολύτιμα αφιερώματα τόσων λαών και πόλεων, και τις ασπίδες και τα πλούσια λάφυρα τόσων εχθρών. Εγνώριζα πολύ καλά οτι ούτε θεοπρόπους θα συναντούσα κουβαλημένους εκεί απ' όλα της γής τα μέρη για να πάρουν χρησμούς, ούτε τους ψαρογένηδες οσίους, ούτε τας προσπόλους γυναίκας, ούτε τους περιηγητάς να μου δείξουν τ' αξιοπαρατήρητα του ναού, ούτε τους Αμφικτύονας να σκέπτωνται στο συνέδριο για τα κοινά της πατρίδος. Την ιερά Πυθία με τον λευκό μακρύ χιτώνα της και το χρυσό στεφάνι στο κεφάλι ήξερα οτι δεν θα την άκουα απαν' απο τον τρίποδα να φωνάζη σαν παλαβή τους χρησμούς, ούτε θα εδιάβαζα στον πρόναο τα χρυσά όσο και υπεράκριβα ρητά των αρχαίων σοφών. Και είχα ακόμη στο νού μου όπως και τώρα, τον μελαγχολικό χρησμό όπου έδωκε το μαντείο στον Ορειβάσιο, όταν ηθέλησε να το αναστήσει ο αρχαιόφιλος Ιουλιανός :
“Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ού μάντιδα δάφνην,
ού παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο το λάλον ύδωρ!”
Για τούτο δεν εδοκίμασα ούτε έκπληξι, ούτε οργή, ούτε πίκρα σαν αγνάντεψα για πρώτη φορά αντίκρυ μου το χωριό. Αν το εζητούσα ως Δελφούς, βέβαια το ήθελα λαμπροστολισμένο, μαρμαρένιο όλο, κατάλευκο και ολοκαίνουργο που να θαμπώνη τα μάτια απο τα πλούτη και να παίρνη το νού απο της πολυκοσμίας τη συλαλοή και των ύμνων τους ήχους. Αφού όμως το εζητούσα για Καστρί, μικρό δηλαδή χωριό του καιρού μας, συγουρεμένο, ήσυχο, με τα δενδράκια και τα νερά του, με τα σπιτάκια και τα ζωντανά του, -ανθρώπους και κτήνη- μώκαμε μεγάλη ευχαρίστηση που το είδα πλαγιασμένο στη νότια πλευρά του μεγαλόκορμου Παρνασσού, με τα πυκνά λιοστάσια κάτω και τον ποταμό, το Κεσφινιώτικο βουνό αντίκρυ του, αριστερά τα βουνά της Λειβαδιάς με την Αράχωβα κατάμπροστα, δεξιά τον ανοιχτόν ορίζοντα έως κάτω με τον καλλιεργημένο κάμπο και τα βουνά και τη θάλασσα του Γαλαξειδιού αντίπερα κι επάνω τους κόκκινους θεόρατους βράχους, που απειλούν να το καταπλακώσουν απ' ώρα σ' ώρα...

Ο μονάκριβος καφενές ήταν εις τον πλατύτερο δρόμο του χωριού, δυό πήχες που σε πολλές μεριές εστένευε ακόμη περισσότερο απο την αγκωνή κανενός σπιτιού ή τ' αγκάθια καμιάς φράχτης ή απο δένδρου κορμό ή απο γκρεμό. Ηταν μικρό χαμόσπιτο με σανιδένιο πάτωμα που έτριζε κι εσάλευε στο παραμικρό πάτημα. Ενα μικρό παραθύρι άνοιγε στην πλαγιά του βουνού, άλλο ένα στον αντικρυνό τοίχο, προς την ποταμιά και προς τη δύσι άνοιγε η θύρα, χαμηλή σαν εκείνη που έκαμεν ο σοφός βασιλιάς του Μπερτόδουλου, για να τον αναγκάση εμπαίνοντας να τον προσκυνήση. Απο τη θύρα και τα παράθυρα καθώς και απο τις ανοιχτές αστρέχες γύρω εφωτιζότουν την ημέρα όλο το φτωχό εσώθεμα του καφενέ, οι αμίστρωτοι τοίχοι και η καταμαυρισμένη γωνιά, όπου έψηναν τους καφέδες, και ο ξύλινος πάγκος με της μποτίλιες του ρακιού και της ρούμης και του απήγανου και το ράφι αντίκρυ με παχειά σκόνη κοιμάμενη εκεί χρόνια και χρόνια, με λίγες τράπουλες και κομμάτια κιμωλίας και η καπνισμένη οροφή επάνω. Τη νύχτα όμως μια δυό ώρες δηλαδή έπειτ' απο το ηλιοβασίλεμα, είδος λάμπας που απο τα χρόνια και τ' αδέξια χέρια του καφετζή έχασε το αρχικό της σχήμα, έρριχνε θαμπές αχτίνες στους ξαγρυπνισμένους θαμώνας και στον μυτοάσχολο καφετζή...


 
Δεν θυμούμαι τόρα αν ήταν ή όχι γιορτή την ημέρα εκείνη, θυμούμαι όμως πως ο καφενές ήταν γεμάτος απο χωριάτες και σκυλιά. Αλλοι εδώ, άλλοι εκεί, καθισμένοι πάνω στις σανίδες που ήσαν στους τοίχους περίγυρα, εμπρός σε στραβοπόδαρα, σαρακοφαγωμένα, λιγδερά τραπέζια εχαρτόπαιζαν με περισσό θόρυβο και λαύρα, είτε με το κοντομάχαιρο στο χέρι έτρωγαν καρπούζια, ενώ τα σκυλιά τους έγλυφαν τα τσαρούχια και τα πόδια τους.

Δεν πιστεύω όμως να ήταν γιορτή, γιατί θυμούμαι πως έξω απο τον καφενέ εσυχνοπερνούσαν οι ανδρογυναίκες του τόπου με τα βαριά σεγκούνια τους ανάρριχτα, της ποδιές και της πουκαμίσες ελευθεριώτατα σηκωμένες κι εκουβαλούσαν με τα ζώα και στους ώμους τους φορτώματ' απο άχερο. Το σωστότερο είναι οτι εκεί, όπως σ' όλη σχεδόν τη Ρούμελη, ισχύει το αληθινό κράτος του ανδρός, που κράζεται και είναι πραγματικός αφέντης, που προστάζει συχνά και ξυλοφορτόνει συχνότερα. Κι ενώ η γυναίκα παιδεύεται στο λόγγο, είτε στη βρύσι, είτε στο χωράφι, αυτός κάθεται στον καφενέ και χαρτοπαίζει ή τρώγει καρπούζια με το κοντομάχαιρο στο χέρι και τα σκυλιά να του γλύφουν τα τσαρούχια και τα πόδια...

Μόλις εκάθησα εκεί σ' ένα ξύλο κ' έστειλα τον αγωγιάτη να ζητήσει το γιατρό, δύο τρείς αγαθοί χωριάτες εβγήκαν απο τον καφενέ, και αφού μ' εκύτταξαν για μια στιγμή, ώστε να καταλάβουν τι καπνό φουμάρω βέβαια, ήλθαν και μ' εγλυκοχαιρέτισαν. Ηρθε σε λίγο και η στρατιωτική εξουσία του τόπου, ένας μονόφθαλμος χωροφύλακας, ήρθε και ο δάσκαλος του χωριού με την προϊστορική του φορεσά και το πυργωτό φέσι του και το μεγαλώτατο μιξομάντηλο κρεμασμένο στην αριστερή αμασχάλη του και ο ψάλτης και ο πάρεδρος και ο παππάς με τα κοντά μάλλινα ράσα και την αχτένιστη γενειάδα του. Κοντολογής χωρίς κόπο και φροντίδα είχα εμπρός μου και στρατιωτικές και πολιτικές και θρησκευτικές αρχές του τόπου, ο,τι δηλαδή είναι απαραίτητο για ένα άνθρωπο που πηγαίνει για ο,τι επήγαινα εγώ. Και ήσαν όλοι πρόθυμοι να μιλήσουν για κάθε τι, να φιλονεικήσουν μεταξύ τους, να αντιφερθούν και να χειροπιασθούν εν ανάγκη, για να υποστηρίξουν τα λόγια τους.

Ο λύκος στην ανεμοζάλη χαίρεται, λέγει ένας λόγος. Εγώ που ήξερα πως η αλήθεια έτσι πάντα φανερόνεται, όπως και το σιτάρι χωρίζει απο την ήρα μόνο με το κοσκίνισμα, εχαιρόμουν σ' αυτό το λογοκόπημα και όσο ημπορούσα με τα λόγια μου έρριχνα λάδι στη φωτιά. Και οι αγαθοί άνθρωποι, ίσως χωρίς να ξέρουν τι έκαναν, μ' έμαθαν σιγά σιγά ο,τι εχρειαζόμουν. Πως το χωριό δηλαδή έχει επάνω κάτω χίλιους κατοίκους, πως ανήκει στο δήμο Κρίσσης και πρωτεύουσά του είνε το Χρισσό. Την εκκλησούλα που απάντησα κατάμπροστα του χωριού, δυτικά, περιμαντρωμένη την έχουν για νεκροταφείο με τ' όνομα του Προφητηλιά και πανηγυρίζουν εκεί στης 22 Αυγούστου. Την άλλη, τη μεγαλήτερη που εφαινότουν βορειοανατολικά στο ψήλωμα, την έχουν ενωριακή εκκλησία του Αγίου Νικολάου κι έχουν κι ένα παλαιό εξωκκλήσι με βυζαντινές ιστορίες κάτω στον ποταμό, που πανηγυρίζουν στης 15 Αυγούστου. Επάνω, κατακόρυφα του χωριού είναι μια βρύση που την λέγουν Κερνά. Και την λέγουν Κερνά, γιατί κάθε νύφη που θα γείνη στο χωριό, πηγαίνει την άλλη μέρα εκεί πάνω με τους συμπεθέρους και τα παιγνίδια και κερνά κρασί και νερό μαζί τους καλεσμένους. Κάτω απ' το χωριό είν' ένα πηγάδι κι εκεί κάθονται Λάμιες πεντάμορφες με μαλλιά σαν τα κύματα και της βλέπουν που λούζονται τα μεσημέρια κι έπειτα βγαίνουν στα χείλη του πηγαδιού και χτενίζονται μ' ολόχρυσα χτένια και γλυκοτραγουδούν που αποκοιμίζουν δένδρα και νερά και πετούμενα. Εξω απ' το χωριό κάτω απο το δρόμο που πηγαίνει στο Χρισσό είναι δύο πέτρες άγριες και της λέγουν Βασιλειάδες. Στη μιά απ' αυτές, τη δεξιά κάθονται νεράϊδες και τα τραγούδια τους ακούγονται στο Γαλαξείδι, όταν φυά δυνατός άνεμος. Και στης άλλης τη βάση είναι μια βαθειά τρύπα κι εκεί κάθετ' ένας αράπης αθάνατος χρόνια τόρα και καιρούς και τρομάζει τον κόσμο της νύχτες και τα μεσημέρια. Απο την άλλη μεριά στο δρόμο που πηγαίνει κατά την Αράχωβα είναι άλλες πέτρες, ο Φλεμπούκος κι εδώθε λίγο η ρεματιά της Παπαδιάς, που τόσο εύκολα μόνο για να γκρεμισθή εκεί εκέρδισε την αθανασία η καλόμοιρη πρεσβυτέρα. Επάνω του χωριού, προς τα δυτικά πάλι, εκείνη η κόκκινη σειρά των πετρών λέγεται Ροδινή και αντιθέτως, επάνω απο την Παπαδιά εκείνη η μεγάλη σπηλειά λέγεται Βαγένι. Και αν ερώτησα εγώ γιατί την λέγουν Βαγένι και ο δάσκαλος που ήταν άνθρωπος πολυκάτεχος και σ' όλα εύρισκε κι ένα λόγο, άρχισε κάτι να μουρμουρίζει, ο παππάς εφώναξε ωργισμένος :
-Σώπα, λέω σώπα, δεν πάς να πέσης καλλίτερα στην Παπαδιά!...
Εγώ, να σας ειπώ την αλήθεια, απόρησα πως τον έστελνε με τόση προθυμία στην πρεσβυτέρα του. Επειτα όμως έμαθα πως τον έστελνε για να γκρεμισθή στη ρεματιά.

Ως τόσο ήλθε σε λίγο ο γιατρός, ένα λεβεντόπαιδο απο εκείνα. Εκτός της γιατρικής εφρόντισε να μάθη και την αρχαία ιστορία του τόπου του. Ενώ επηγαίναμε στη σπηλειά της Πυθίας δεν έπαυε να μου αναφέρει τους αρχαίουε Ελληνας συγγραφείς, όσοι ασχολήθηκαν με τους Δελφούς και τους νεώτερους ξένους, όσοι επέρασαν απ' εκεί και τας μελέτας των και κάτω απο ποίο σημερινό όνομα άβαναν αυτοί της αρχαίες τοποθεσίες. Μου έλεγε λοιπόν οτι η βρύση Κερνά είνε η αρχαία Δελφούσα, που επήρε το όνομα απο μια χιλιοζηλεμένη νύμφη του Παρνασσού. Οτι στο μέρος του νεκροταφείου εγινότουν συνέδριο των Αμφυοκτιόνων. Οτι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου είνε ακριβώς επάνω απο το ναό του Απόλλωνος και η πλησίον πηγή είναι η Κασσωτίς, που το νερό της στην αρχαιότητα έφθανε ως το άδυτο του θεού και απ΄εκείνο έπιναν οι γυναίκες και εγίνοντο μάντισσες, και απ' επάνω ήταν η Λέσχη με της περίφημες γραφές του Πολύγνωτου. Επίσης μου έλεγεν οτι το Πηγάδι με της Λάμιες το λέγουν οι σημερινοί Σβαρνί και δεν είναι άλλο παρά το αρχαίο όνομα Σύβαρις, η σπηλειά όπου ο Ευρυβάτης εσκότωσε το ανθρωποφάγο τέρας. Οτι ο Φλεμπούκος δεν είνε παρά οι Φαιδριάδες πέτρες, απο τας οποίας εγκρεμίζοντο οι ιερόσυλοι και οι βλάστημοι. Ακόμη μου έλεγε οτι στους Βασιλειάδες πολλές φορές και ο ίδιος άκουσε διαφόρους λαμπρούς ήχους. Αλλά τούτο γίνεται όταν φυσά βόρειος άνεμος και μπαίνει απο της πολλές τρύπες μέσα στην κούφια πέτρα, η οποία μεταβάλλεται σε Μέμνωνος μνημείο. Και για τον αθάνατο αράπη εγεννήθηκε η πρόληψις απο ένα αράπη, ο οποίος στην επανάστασι εβαφτίστηκε κι έμεινε στο χωριό. Αυτόν μιά ημέρα τον ηύρε στο δρόμο ένας φοβερός δρόλαπας απο εκείνους τους συνήθεις στη Ρούμελη, και για να σωθή απο το νερό και το χιόνι και τον αέρα του, εχώθηκε στην τρύπα μέσα στους Βασιλειάδες. Μα σαν εκαλοσύνεψε κι εβγήκε, κάτι διαβάτες τον είδαν κι ετρόμαξαν κι έδωκαν είδησι στο χωριό πως στους Βασιλειάδες κατοικεί αράπης με τη σιδερένια ματσούκα του... Και μου είπεν ακόμη πως Ροδινή λέγουν την αρχαία Ναυπλία και πως Βαγένι δεν είναι άλλη παρά ή σπηλειά μέσα στην οποία εχρησμοδοτούσε η Πυθία.


Με της πληροφορίες αυτές του πολυκάτεχου οδηγού μου εφθάσαμε σε λίγο μπρός στη σπηλειά. Είναι λίγα μόλις βήματα μακρυά απο την ανατολική άκρη του χωριού, ψηλά, πολύ ψηλά και χάσκει κόκκινη περίγυρα και φοβερή, σαν στόμα άγριου θεριού. Εμπρός στο δρόμο που πηγαίνει προς την Αράχωβα άφθονα έτρεχαν νερά κρουσταλλένια, κατ' απο δασείς ίσκιους κι εκεί έπλεναν οι γυναίκες τ' ασπρόρρουχά τους.

Οι φορεσιές των γυναικών του Καστριού είνε όπως και της Λειβαδιάς, άλλα κάπως φτωχότερες. Εχουν το άσπρο σεγκούνι και απο μέσα το πουκάμισο ως το το γόνα. Το γόνα μένει γυμνό και απο κάτω αρχίζουν κάλτσες κεντητές έως τα σφυρά. Εις τα πόδια φορούν τσαρούχια και στο κεφάλι μαντήλια καλεμικεριά είτε άσπρες μπόλιες. Στη μέση έχουν το σιλαχάκι τους και απο κάτω μια ζώνη δέκα δάχτυλα πλατειά, κοκαλωτή και χαλαρά ριγμένη απάν' απ' το σεγκούνι, σαν κώθρο.

Των ανδρών οι φορεσιές είναι ακόμη απλούστερες. Εχουν τα τσαρούχια, της σαγακένιες κάλτσες κομμένες στα σφυρά κι αυτοί, τα γελέκια κι ένα πουκάμισο, που χρησιμεύει και για φουστανέλλα και το σκουφάκι στο κεφάλι. Το βρακί είναι σπάνιο και στα δύο γένη.

Δεν ήμεθα όμως εμείς κατάλληλοι να κάνουμε λεπτομερείς έρευνας, γι αυτό κι ας τραβήξουμε για τη σπηλειά. Δεξιά στη ρίζα του βράχου ήταν μικρή μαντρούλα και μια πορτοπούλα με σταυρό και κάτω έτρεχε άφθονο νερό. Ηταν δωμάτιο στο βράχο σκαλισμένο, κανένας βάβαια ναϊσκος ή δωμάτιο των ιερών της αρχαιότητας, το οποίον ο χριστιανισμός εμετέβαλε εις Αιγιάννην και το τρεχούμενο νερό που γκρεμίζεται κάτω στην Παπαδιά λέγεται τ' Αγιαννιού το ρέμμα. Εκεί έλεγεν ο οδηγός μου οτι ήταν η Κασταλία, το καλό δώρον του Κηφισσού.

Η σπηλειά εχει το άνοιγμα της προς τη δύσι. Μεγάλο άνοιγμα, θεόρατο, τριγωνικό με τη βάσι χάμω και την κορφή ψηλά, σκυμμένο λίγο εμπρός, σα να θέλη να ιδή τα πόδια του και σχισμένο, ώστε να φαίνεται λουρίδα του γαλανού αιθέρα. Αλλά όσο πηγαίνει, μέσα βλέπει κανείς της δύο πλευρές, με της κόκκινές των όψεις, με της παρασαρκίδες των πετρών και τα μαστάρια τους χαλαρά, με της ρώγες κάτω, σαν αληθινά μαστάρια αρμεγμένα εκείνη τη στιγμή, με της λειψάδες των και της αραχνιασμένες τρύπες, της μικρές σαν σφηκοφωλιές και της μεγάλες σαν μάτια γουρλωμένα, με της σκισμάδες των και της νυχιές και τ' αυλάκια και τα χρωματιστά νεύρα, θαρρείς πως σφιχτοδένονται σαγόνια με σαγόνια για να κατακομματιάσουν ο,τι πέση ανάμεσό τους. Και απο τα πόδια τους πέτρες μεγάλες και μικρές με χαλίκια και στειρολίθαρα χύνονται προς τα κάτω σα να τα ξερνά η σπηλειά τ' ανάξια, που βαραίνουν το στομάχι της...

Οταν με κόπο και ιδρώτα ανεβήκαμε στη σπηλειά κι εφθάσαμε στα ανήλιαστα βάθη της, δεν ημπορώ ν' αρνηθώ πως μ' εκυρίεψε άλλο πράγμα. Ούτε στην εκκλησία, ούτε στο ιερό βήμα κι ακόμη ούτε σε μάρτυρος κοβούκλιο αν ευρεθώ, τέτοιο αίσθημα ποτέ δε θα με κυριέψη. Εκείνα τ' άγρια χρώματα της πέτρας , τα ισκιερά βάθη της σπηλειάς, η υγρασία της που έφθανε ως το κόκκαλο, η περασμένη ιεροσύνη και το φοβερό μυστικό της, εκάθηντο στην ψυχή μου κι αισθανόμουν απο στιγμή σε στιγμή να χάνω και τον ίδιο τον εαυτό μου...

Αλλά ποία αλλαγή καιρού και ποία διαφορά! Η πρώτη γίδα που επλησίασε στην σπηλειά εκείνη κι επήρε τους μαντικούς ατμούς της έτρεξε παλαβή κι εγκρεμίσθηκε απο τους βράχους, η άμοιρη! Αλλά τόρα γίδες και τραγιά κάθονται εκεί και δροσολογιούνται ήσυχα και μασσούν το χόρτο τους χωρίς να φοβούνται τους φοβερούς ατμούς και το ιερό άδυτο του μακροτόξου θεού!...

Εκατεβήκαμε απο τη σπηλειά με παραγεμισμένο το κεφάλι απο αρχαιότητα. Ολο εκείνο το μέρος, που τόρα δεν έχει άλλο καλό παρά απ' ο,τι του χαρίζει η φύσι, τα νερά δηλαδή και της φυτείες και τ' άγρια χρώματα των πετρών του, εστεκότουν μπροστά μου μ' όλα τα περασμένα μεγαλεία του. Ο Κροτωνιάτης, ο Κλεισθένης, ο Λυκόρμας, και οι λοιποί παλαισταί, μεγαλόκορμοι, φοβεροί, αδάμαστοι έστεκαν εκεί με παιδιάτικο χαμόγελο στα χείλη για ένα δάφνινο στεφάνι, που τους έβαλαν στο κεφάλι οι Αμφικτύονες. Παρέκει ο Ομηρος και ο Ησίοδος έστεκαν θλιμμένοι, σιωπηλοί πως έχαναν τη νίκη όχι απο ανικανότητα, αλλά γιατί ο ένας έτυχε να είναι τυφλός και ο άλλος δεν ήξερε να κιθαρίζη μαζί με το τραγούδι. Εκείθεν επρόβαλε ο Νεοπτόλεμος, μέγας, φοβερός, με μαύρα σχέδια στο κεφάλι για το μαντείο και για τον ίδιο ακόμη θεό. Απ' εδώ ήρχοντο οι θεοπρόποι με τα πλούσια δώρα και μέσα εκεί η ψευτιά και η αγυρτεία απατούσε τον κόσμο κι εθησαύριζε το ναό. Εδώ εχόρευαν οι νύμφες, παρέκει ετραγωδούσαν οι Μούσες κι εκεί ελούζονταν οι Χάριτες κι εμάντευε η Φημονόη. Ολος ο τόπος εκείνος εξαναζούσε στην πύρινη φαντασία μου μ' όλα του τ' αρχαία κάλλη, με τους θεούς και τους ημθέους και τους ήρωας και τους βασιλείς και το χοντρό λαό κι έλαμπε και ευχολογούσε απο κάθε είδους φωνές.


Γιά τούτο όταν εμπήκαμε πάλι στο χωριό μου εφάνηκε πως ευρισκόμουν σε νεκροταφείο. Ευτυχώς είχα κοντά μου τον καλό μου σύντροφο, ο οποίος μ' επροσκάλεσε να πάμε στο σπίτι του. Κι ενώ επέρναμε τον κατηφορικό δρόμο, μου διηγότουν και άλλα της σημερινής μυθολογίας ανέκδοτα. Πως το Καστρί έχει και το στοιχειό του, γιατί στη Ρούμελη χωριό χωρίς στοιχείο δεν ημπορεί να υπάρξη. Το στοιχειό είν' ένα βώϊδι μεγάλο, μακρύτατο, σταχτύ, με μεγάλα κέρατα και χοντρό, πολύ χοντρό κεφάλι και οργιών ουρά. Κάποτε μέσα στο μεσονύχτι ακούεται μια θλιβερή και δυνατή φωνή. Τη γνωρίζουν όλοι πως είνε του στοιχειού. Και γνωρίζουν ακόμη πως η θλιβερή εκείνη φωνή προμηνά το θάνατο κάποιου χωριάτη.

Συχνά τα στοιχειά παλεύουν συναμεταξύ τους αλλά σπάνια νικιέται το ένα απο τ' άλλο. Γιατί αλλοίμονο στο χωριό που του νικηθεί το στοιχειό! Το χωριό εξολοθρεύεται. Μια φορά επάλεψαν το Καστριτσάνικο με το Χρισσαϊτικο στοιχειό. Στο τέλος ενικήθηκε το Χρσσαϊτικο και τότε ήρθε η πανούκλα κι εκαταστράφηκε το χωριό.

Ετσι εφθάσαμε στο σπίτι. Το αρχοντικό του γιατρού ήταν στα κάτω μέρη του χωριού κι επάνω του ανέβαιναν στην πλαγιά τα σπίτια, το ένα απάν' απ' τ' άλλο, σαν μεγάλα σκαλοπάτια. Μεταξύ των σπιτιών επρασίνιζαν διάφορα δένδρα, καρπερά και μεγάλα, καθένα με την ευμορφιά και την περηφάνεια του. Και μέσ' απο της ευμορφιές αυτών των δένδρων έως κάτω στην ποταμιά αντηχούσαν αηδονόστομες λαλιές χίλων πουλιών και μεσ' απο τα παράθυρα των σπιτιών, απο τους οντάδες και της ταράτσες έως έξω στης βρύσες και στ' ανηφόρια επρόβαλαν απ' ώρα σ' ώρα μεστωμένα πρόσωπα και κυπαρισσένια κορμιά και γλυκοθώρητα κάλλη των καλών χωριατισσών.

Ωραία αλήθεια η ευλογημένη εικόνα της χωριάτικης ζωής! Δεν ημπορεί όμως κανείς να λυπηθή γιατί σε λίγο η αξίνα του αρχαιολόγου θα τον εξαλείψη. Ποιός ξέρει τι άλλη θειότερη εικόνα θα ξαναφανή εκεί καμμιά ημέρα!

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ (Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, 1892)







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου